Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Οι ενδοομιλικές συναλλαγές υπό το πρίσμα του ελληνικού και του βρετανικού φορολογικού συστήματος

            
Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας οδήγησε στην αύξηση του διασυνοριακού εμπορίου και των διεθνών συναλλαγών καθώς και στον πολλαπλασιασμό των διακρατικών επενδύσεων. Η κινητήρια δύναμη για την κατάσταση αυτή είναι η βελτίωση των τηλεπικοινωνιών και των πληροφοριακών συστημάτων, η μείωση του κόστους μεταφορών καθώς επίσης και η ανάπτυξη νέων οικονομιών αγοράς σε δυτικές και ανατολικές χώρες. Τα γεγονότα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις διαφορετικών κρατών να επιλέγουν να συνδέονται μεταξύ τους αυξάνοντας έτσι τη δυναμικότητά τους και βελτιώνοντας τα οικονομικά τους αποτελέσματα. Στα πλαίσια αυτά εμφανίστηκε το φαινόμενο των ενδοομιλικών συναλλαγών.
            Το βασικό θέμα που προκύπτει από τις ενδοομιλικές συναλλαγές και καλείται να αντιμετωπίσει ο εθνικός σε συνεργασία με τον ενωσιακό Νομοθέτη είναι η μεταφορά των κερδών σε χώρα άλλη από αυτή όπου θα έπρεπε τα τελευταία να φορολογηθούν εάν δεν είχαν λάβει χώρα οι ενδοομιλικές συναλλαγές. Στόχος της μεταφοράς αυτής είναι να αποφευχθεί η φορολογία των κερδών αυτών σε ορισμένο κράτος και να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή φοροαποφυγή. Συνεπώς, όταν οι ενδοομιλικές συναλλαγές κινούνται εκτός των νομίμων ορίων και κατευθυντήριων αρχών που η Ένωση χαράσσει γεννούν ζήτημα καταχρηστικού επηρεασμού της εκάστοτε εθνικής φορολογικής αρμοδιότητας με αποτέλεσμα τη φοροδιαφυγή.
            Πιο αναλυτικά, η περί ενδοομιλικών συναλλαγών εθνική νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ελλάδας, διαμορφώθηκε με την ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 αναφορικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας. Η τελευταία αυτή Οδηγία, αξιοποιώντας τα επιτεύγματα της προγενέστερης και πλέον καταργηθείσας οδηγίας υπ’αριθμ. 77/799/ΕΟΚ, προβλέπει σαφέστερους και ακριβέστερους κανόνες, οι οποίοι θα διέπουν τη διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών. Βασικός στόχος της είναι να επιτευχθεί -ιδίως στην ανταλλαγή πληροφοριών- ευρύτερο πεδίο διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται ώστε να υπάρχουν σαφέστεροι κανόνες και να καθίσταται δυνατή η κάλυψη όλων των φυσικών και νομικών προσώπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβανομένου υπόψη του συνεχώς διευρυνόμενου φάσματος νομικών οντοτήτων στις οποίες δεν συγκαταλέγονται μόνο τα παραδοσιακά μορφώματα αλλά και κάθε νέο μέσο που ενδέχεται να συστήσουν οι φορολογούμενοι στα κράτη μέλη. Έτσι, με την διοικητική συνεργασία των κρατών μελών επιδιώκεται η πρόληψη φαινομένων φορολογικών στρεβλώσεων εντός του ενωσιακού χώρου.
            Επιπλέον, αναφερόμενοι στις κατ’ιδίαν διατάξεις της προαναφερθείσας οδηγίας τονίζεται ότι οι τελευταίες στοχεύουν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής αντιμετώπισης των δυσμενών επιπτώσεων της συνεχώς αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης της εσωτερικής αγοράς. Μάλιστα, η αύξηση των διασυνοριακών συναλλαγών των φορολογουμένων στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνιστά τροχοπέδη στον ορθό προσδιορισμό των οφειλόμενων φόρων εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους προκαλώντας ζητήματα διπλής φορολόγησης και επιτείνοντας τα φαινόμενα της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής. Με την υπ’αριθμ. Οδηγία 2011/16/ΕΕ, η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στη νομοθεσία της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου, εκσυγχρονίστηκε το υφιστάμενο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας καταλαμβάνοντας ταυτόχρονα ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής αφού ισχύει για όλους τους φόρους παντός τύπου και για όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου όλων των νομικών μορφωμάτων που υπόκεινται στους φόρους που καλύπτονται από την υπό ανάλυση Οδηγία.
            Το θέμα των ενδοομιλικών συναλλαγών ή –όπως πιο συχνά αναφέρεται με τον αντίστοιχο αγγλικό όρο- «transfer pricing», συνιστά ένα από τα πρωταρχικά ζητήματα του διεθνούς φορολογικού δικαίου, ιδιαίτερα όσον αφορά στη φορολογική μεταχείριση πολυεθνικών επιχειρήσεων. Πιο αναλυτικά, ο όρος «ενδοομιλικές συναλλαγές» αναφέρεται στις συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Προβλήματα φορολογικού δικαίου προκύπτουν όταν οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις μέσω ενδοομιλικών συναλλαγών μεθοδεύουν την  μείωση της φορολογικής βάσης των συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή μεθοδεύουν την υπαγωγή των εισοδημάτων τους στη φορολογία συγκεκριμένου κράτους. Σαφώς, οι ενδοομιλικές συναλλαγές σχετίζονται άμεσα με την με το θέμα της διεθνούς διπλής φορολογίας καθώς επίσης και με το πρόβλημα της φοροαποφυγής.
            Εστιάζοντας την προσοχή μας στον όρο «συνδεδεμένη επιχείρηση», διευκρινίζεται ότι αυτός προσδιορίζεται εννοιολογικά στο άρθρο 9 της προαναφερόμενης Σύμβασης του Ο.Ο.Σ.Α. και τόσο ο Έλληνας όσο και ο Βρετανός νομοθέτης υιοθέτησαν τον συγκεκριμένο ορισμό. Για το λόγο αυτό στον ελληνικό  Ν. 2190/20, ο Έλληνας νομοθέτης όρισε ως «συνδεδεμένες» επιχειρήσεις εκείνες μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική. Πιο συγκεκριμένα, σχέση μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική υπάρχει όταν μια μητρική επιχείρηση:
α) είτε έχει την πλειοψηφία του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου της άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης, έστω και αν η πλειοψηφία αυτή σχηματίζεται ύστερα από συνυπολογισμό των τίτλων και δικαιωμάτων που κατέχονται από τρίτους για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης (πλειοψηφική συμμετοχή),
β) είτε ελέγχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου της άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης ύστερα από συμφωνία με άλλους μετόχους ή εταίρους της επιχείρησης αυτής (συμβατικός έλεγχος),
γ) είτε συμμετέχει στο κεφάλαιο της άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης και έχει το δικαίωμα, είτε άμεσα, είτε μέσω τρίτων, να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών των οργάνων διοίκησης της θυγατρικής αυτής επιχείρησης (διορισμός μελών),
δ) είτε ασκεί δεσπόζουσα επιρροή στην άλλη (θυγατρική) επιχείρηση. Δεσπόζουσα επιρροή υπάρχει όταν η μητρική επιχείρηση διαθέτει, άμεσα ή έμμεσα, δηλαδή μέσω τρίτων που ενεργούν για λογαριασμό της επιχείρησης αυτής, τουλάχιστον το 20% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου της θυγατρικής και, ταυτόχρονα, ασκεί κυριαρχική επιρροή στη διοίκηση ή τη λειτουργία της τελευταίας.
            Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις περιπτώσεις β και γ της παραγράφου 5, του άρθρου 42ε του εν λόγω νόμου, «συνδεδεμένες» επιχειρήσεις είναι κάθε μια από τις θυγατρικές ή τις θυγατρικές των θυγατρικών των επιχειρήσεων με σχέση μητρικής προς θυγατρική, ασχέτως αν μεταξύ των θυγατρικών αυτών δεν υπάρχει απευθείας δεσμός συμμετοχής.
            Ακόμη, ορίζονται ως «συνδεδεμένες» επιχειρήσεις και κάποιες που δεν συνδέονται με σχέσεις μητρικής προς θυγατρική, αλλά εμπίπτουν στην υποχρέωση ενοποίησης βάσει του άρθρου 96, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου. Αυτές είναι εκείνες που:
 α) είτε έχουν τεθεί υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν σύμβασης που έχει συναφθεί με την πρώτη (μητρική) επιχείρηση ή σύμφωνα με τους όρους του καταστατικού τους,
β) είτε τα διοικητικά, διαχειριστικά ή εποπτικά όργανα της (θυγατρικής) επιχείρησης, αποτελούνται κατά πλειοψηφία από τα ίδια πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα κατά τη διάρκεια της χρήσης στην (μητρική) επιχείρηση.
            Εξάλλου, στο Ν. 4172/13 ως «συνδεδεμένες» ορίστηκαν οι επιχειρήσεις που:
 α) Συνδέονται λόγω της συμμετοχής της μίας στην άλλη επιχείρηση, κατέχοντας άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια, ή συμμετοχή στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου.
β) Συνδέονται με κάθε άλλη επιχείρηση που κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου σε μία από τις «συνδεδεμένες» επιχειρήσεις.
γ) Συνδέονται με κάθε άλλο πρόσωπο με το οποίο υπάρχει σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή το πρόσωπο αυτό ασκεί καθοριστική επιρροή ή έχει τη δυνατότητα καθοριστικής επιρροής στη λήψη των αποφάσεων της επιχείρησης ή σε περίπτωση που και τα δύο πρόσωπα-επιχειρήσεις έχουν σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή δυνατότητα καθοριστικής επιρροής από τρίτο πρόσωπο.
            Ακόμα διευκρινίζεται ότι η έννοια του «Συνδεδεμένου» προσώπου, φυσικού ή νομικού, επαναδιατυπώθηκε με το άρθρο 2: «Ορισμοί», του Ν4172/13 «Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος», η ισχύς του οποίου ορίστηκε για διαχειριστικές χρήσεις που ξεκινούν από 01/01/2014. Βάσει του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου «συνδεδεμένο» πρόσωπο ορίζεται το κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), το οποίο συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο άλλου προσώπου, το οποίο είναι συγγενικό ή με το οποίο συνδέεται.
            Αντίστοιχα, με τον ίδιο τρόπο γίνεται ο προσδιορισμός της ίδιας έννοιας στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου. Ειδικότερα, στην CTA 2010 (S1124) ορίζεται ποιες θεωρούνται συνδεδεμένες επιχειρήσεις («joint ventures») με τον ίδιο τρόπο όπως και στην ελληνική νομοθεσία. Βέβαια, η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου απαιτεί το ποσοστό συμμετοχής της μίας στην άλλη επιχείρηση να είναι τουλάχιστον σαράντα τοις εκατό (40%), βάσει αξίας ή αριθμού και όχι τριάντα τρία τοις εκατό (33%), όπως στα πλαίσια της ελληνικής νομοθεσίας.
            Συμπερασματικά, στην ελληνική νομοθεσία καθώς και στην αντίστοιχη του Ηνωμένου Βασιλείου ενσωματώθηκε η Οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 προκειμένου να αντιμετωπιστούν συντονισμένα και αποτελεσματικά φορολογικές στρεβλώσεις που προκαλούνται από τις ενδοομιλικές συναλλαγές. Βέβαια, οι δύο χώρες υιοθέτησαν διαφορετικά ποσοστά απαιτούμενης συμμετοχής για την τεκμηρίωση ύπαρξης συνδεδεμένων επιχειρήσεων λόγω των διαφορών της οικονομίας και των δικαιικών επιλογών της κάθε χώρας. Ωστόσο, η διαφορά αυτή δεν αναιρεί την κοινή στάση των δύο χωρών απέναντι στο ζήτημα των ενδοομιλικών συναλλαγών καθώς επίσης και την προσπάθειά τους να επιλύονται τέτοιου είδους θέματα βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας και των συντονισμένων ενεργειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Η ρωγμή του τραπεζικού απορρήτου ως μέτρο πρόληψης των φορολογικών στρεβλώσεων

 Η καταπολέμηση της φορολογικής απάτης και φοροδιαφυγής αποτελεί βασική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, στα πλαίσια εξασφάλισης της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της αμεροληψίας των φορολογικών συστημάτων, η Ένωση, κινούμενη επάνω στους άξονες που χάραξε ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, ανέπτυξε σημαντική δράση με στόχο την άρση του τραπεζικού απορρήτου, όποτε αυτό καθίσταται αναγκαίο για την πάταξη φαινομένων φορολογικών στρεβλώσεων.
Αν και η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση ήταν ήδη εμφανής από το έτος 2010, τρία χρόνια αργότερα, ήτοι το 2013 παρατηρείται μία απόλυτα συντονισμένη δράση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με στόχο την κάμψη των αντιδράσεων ορισμένων κρατών μελών, τα οποία τηρώντας άκαμπτη την αρχή του τραπεζικού απορρήτου δημιουργούσαν ένα ευνοϊκό οικονομικό και φορολογικό περιβάλλον στο έδαφός τους. Έτσι, το 2013 ουσιαστικά επιβλήθηκε η άρση του τραπεζικού απορρήτου σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης, όποτε αυτό είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση της φοροαποφυγής ή την πάταξη οικονομικών εγκλημάτων, όπως η φοροδιαφυγή.
Στη συνέχεια, το έτος 2014, η Ένωση προχώρησε ένα βήμα παραπέρα εκδίδοντας Οδηγία σύμφωνα με την οποία, εφόσον ένα πρόσωπο φυσικό ή νομικό έχει κατοικία ή έδρα στην Ένωση, ακόμα και εάν προχωρά σε άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού σε χώρα εκτός Ένωσης, επιτρέπεται να γίνει άρση του τραπεζικού απορρήτου για τους λογαριασμούς που αφορούν σε αυτό το πρόσωπο. Με τον τρόπο αυτό η Ένωση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της αδιαφάνειας στις οικονομικές συναλλαγές και της καταχρηστικής μεταφοράς κεφαλαίων σε φορολογικούς παραδείσους με μοναδικό στόχο την φοροαποφυγή. Έτσι, οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί έχουν προχωρήσει στη διαμόρφωση ενός ιδιαίτερα αποτελεσματικού ηλεκτρονικού συστήματος για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κυβερνήσεων όχι μόνο των κρατών μελών αλλά και των τρίτων χωρών αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τις διατραπεζικές συναλλαγές.
Επιπροσθέτως, είναι αξιοσημείωτο ότι οι συνεργαζόμενες με την Ένωση χώρες και οι εκτός νομισματικής Ένωσης χώρες, όπως για παράδειγμα η Νορβηγία,  ανταλλάσσουν πληροφορίες με τις χώρες της Ένωσης επί οικονομικών ζητημάτων ενώ ταυτόχρονα είτε δεν προχωρούν σε άνοιγμα λογαριασμού σε πρόσωπο που δεν παρουσιάζει στενό σύνδεσμο με το έδαφός τους είτε θέτουν ως προϋπόθεση την κατάθεση μεγάλου ποσού αρχικής κατάθεσης, όπως για παράδειγμα 100,000 ευρώ.
Τέλος, τρίτες χώρες, ήτοι οι χώρες εκτός Ένωσης δεν είναι απαραίτητο να έχουν υιοθετήσει την άρση του τραπεζικού απορρήτου αλλά η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης έχει ως επακόλουθο το σχετικό κράτος μέλος να αποκτά αρμοδιότητα να προβεί σε άρση αυτού, όποτε από το σύνολο των ενδείξεων πιθανολογείται η υιοθέτηση αντικοινωνικών συμπεριφορών, ήτοι συμπεριφορών φοροαποφυγής, ή η τέλεση φορολογικών εγκλημάτων.
Συμπερασματικά, υπό τις ισχύουσες στην Ένωση συνθήκες, η αρχή του τραπεζικού απορρήτου υφίσταται ρωγμές ενώ η ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στις εθνικές κυβερνήσεις με αντικείμενο τις οικονομικές συναλλαγές των πολιτών τους καθίσταται κανόνας εντός του ενιαίου ενωσιακού χώρου.




Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Το ελληνικό περιβάλλον επενδύσεων: Μέρος Β': Φορολογία εισοδήματος προσωπικών εταιρειών, εταιρειών του αστικού δικαίου και ιδιαίτερων νομικών μορφών του εμπορικού δικαίου

Δεδομένου ότι οι επενδύσεις στην Ελλάδα δύνανται να πραγματοποιούνται υπό τη μορφή όχι μόνο κεφαλαιουχικών εταιρειών, αξίζει να αναφερθούμε στη φορολογία εισοδήματος των προσωπικών εταιρειών, ήτοι στη φορολογία εισοδήματος των ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιρειών καθώς επίσης και στη φορολογία των κοινωνιών αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, των αστικών κερδοσκοπικών ή μη εταιρειών, των συμμετοχικών ή αφανών εταιρειών καθώς και των κοινοπραξιών. Δεδομένου ότι για τις ατομικές επιχειρήσεις ισχύει η ίδια κλίμακα φορολογίας με τις ως άνω εταιρείες, παρά το γεγονός ότι δεν αναφερόμαστε ρητά σε αυτές, τονίζεται ότι η πλειοψηφία των φορολογικών διατάξεων που ισχύουν επί προσωπικών εταιρειών -και αναλύονται ακολούθως- εφαρμόζονται και επί ατομικών επιχειρήσεων.
            Σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκούν οι προσωπικές εταιρείες φορολογούνται στο σύνολό τους στην πηγή με έναν ιδιαίτερο τρόπο κλιμακωτής φορολογίας. Συγκεκριμένα, εάν τα εν λόγω νομικά πρόσωπα τηρούν απλογραφικά βιβλία, τα συνολικά κέρδη τους φορολογούνται στην πηγή κλιμακωτά. Έτσι, με συντελεστή είκοσι έξι τοις εκατό (26%) φορολογούνται τα κέρδη μέχρι ποσού πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 ευρώ) ενώ με συντελεστή τριάντα τρία τοις εκατό (33%) φορολογούνται τα κέρδη άνω των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 ευρώ). Ως εκ τούτου, με την επιβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτά τα νομικά πρόσωπα για τα συγκεκριμένα κέρδη. Από την άλλη πλευρά εάν τα προαναφερθέντα νομικά πρόσωπα τηρούν διπλογραφικά βιβλία τα κέρδη τους επιβαρύνονται με φόρο με συντελεστή ύψους είκοσι έξι τοις εκατό (26%).
Σαφώς, για τη διαμόρφωση μίας ολοκληρωμένης εικόνας για το φορολογικό περιβάλλον πρέπει να τονίσουμε εν συντομία ορισμένες ειδικότερες πτυχές του ελληνικού φορολογικού συστήματος. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τη φορολογία των διανεμόμενων στους εταίρους κερδών, τονίζεται ότι ο όρος «μερίσματα» περιλαμβάνει και το εισόδημα από εταιρικά δικαιώματα, στα οποία περιλαμβάνονται και εταιρικά μερίδια. Έτσι, τα εισοδήματα από μερίσματα έχουν παρακράτηση φόρου με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) -όπως άλλωστε προαναφέρθηκε- με την ακολούθως αναφερόμενη διάκριση.
Από τη μία πλευρά, εάν τα μνημονευόμενα ανωτέρω πρόσωπα τηρούν απλογραφικά βιβλία, με την επιβολή του φόρου εισοδήματος με συντελεστή 26% για τα κέρδη της εταιρείας έως ποσού πενήντα χιλιάδων (50,000.00) ευρώ και 33% για τα κέρδη άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ, εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των προσώπων που μετέχουν σε αυτά τα νομικά πρόσωπα για τα συγκεκριμένα κέρδη. Ως εκ τούτου, δεν παρακρατείται πρόσθετος φόρος 10% από τους δικαιούχους των κερδών αυτών.
Από την άλλη πλευρά, εάν τα συγκεκριμένα πρόσωπα τηρούν διπλογραφικά βιβλία, σε περίπτωση διανομής κερδών στους εταίρους τους και εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους, παρακρατείται φόρος εισοδήματος με συντελεστή 10%, ο οποίος αποδίδεται το αργότερο μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής της υποκείμενης σε παρακράτηση πληρωμής. Ακόμα, είναι σημαντικό να διασαφηνιστεί ότι στα υπό εξέταση νομικά πρόσωπα, εάν δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας περί διανομής κερδών, όλα τα κέρδη θεωρούνται διανεμόμενα και συνεπώς επιβάλλεται παρακράτηση φόρου ύψους δέκα τοις εκατό (10%). Έτσι, με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων φυσικών προσώπων.
Ακόμα, αξίζει να αναφερθούμε συνοπτικά και στις αμοιβές των διοικητικών τους οργάνων, ήτοι στις αμοιβές των διαχειριστών τους. Πιο συγκεκριμένα, οι αμοιβές που καταβάλλονται στους Διαχειριστές των προσωπικών εταιρειών και των αστικών εταιρειών, των κοινοπραξιών και των κοινωνιών που ασκούν επιχείρηση φορολογούνται με την κλίμακα των μισθωτών, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 15 του Ν. 4172/2013.


Για τον κατάλληλο επενδυτικό σχεδιασμό των σκέψεων και των ιδεών σας, μη διστάσετε να απευθυνθείτε στους εξειδικευμένους συμβούλους της ADVANCED COSNULTANTS A.E., οι οποίοι με τις γνώσεις και την πείρα τους θα σας βοηθήσουν να ελιχθείτε στην πολυδαίδαλη φορολογική νομοθεσία.


Το ελληνικό περιβάλλον επενδύσεων: Μέρος Α': Φορολογία εισοδήματος κεφαλαιουχικών εταιρειών

Εστιάζοντας την προσοχή μας στο φορολογικό σύστημα της Ελλάδας θα πρέπει να παρατεθούν ορισμένα εισαγωγικά σχόλια. Ειδικότερα, στα πλαίσια της ελληνικής νομοθεσίας περί φορολογίας εισοδήματος υπήρχε πάντοτε διαχωρισμός ανάμεσα στον τρόπο φορολόγησης των φυσικών προσώπων και των νομικών προσώπων, σαφώς συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιουχικών εταιρειών. Στο Ν. 2238/1994 - ο οποίος έχει πλέον αντικατασταθεί από το Ν. 4172/2013- συμπεριελήφθησαν τόσο οι διατάξεις φορολογίας φυσικών προσώπων, όσο και εκείνες για τη φορολογία των νομικών προσώπων χωρίς ωστόσο να αλλάξουν οι κύριοι γνώμονες αυτών. Συνεπώς, από το φορολογικό έτος 2014 –που σύμφωνα με τα προγενέστερα νομοθετήματα καλούνταν «χρήση»- , οι νομοθετικές ρυθμίσεις περί φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων ανευρίσκονται στο Ν. 4172/2013, ήτοι στο νέο Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
            Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να αναλύσουμε τις κομβικής σημασίας διατάξεις του Κ.Φ.Ε. αναφορικά με την φορολογία των κεφαλαιουχικών εταιρειών. Αρχικά, σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του Ν. 4172/2013, τα συνολικά κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν όλα τα νομικά πρόσωπα φορολογούνται στην πηγή με συντελεστή φόρου εισοδήματος είκοσι έξι τοις εκατό (26%). Ο φόρος αυτός αποδίδεται από την εταιρεία στην αρμόδια Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών  (Δ.Ο.Υ.) με την ετήσια φορολογική δήλωση της εταιρείας, η οποία υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέχρι και την τελευταία ημέρα του έκτου μήνα από το τέλος του φορολογικού έτους.
            Επίσης, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι κατ’άρθρο 71 παρ. 1 του Ν. 4172/2013, με βάση τη δήλωση που υποβάλλει το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα, βεβαιώνεται ποσό ίσο με το ογδόντα τοις εκατό (80%) του φόρου που προκύπτει στη δήλωση για το φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους.
Ακριβώς αυτά που αναφέρθηκαν λεπτομερώς για τις ανώνυμες εταιρείες ισχύουν και για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης καθώς και για τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες. Συγκεκριμένα, στις τελευταίες αυτές μορφές κεφαλαιουχικών εταιρειών επιβάλλεται φορολογία στο σύνολο των κερδών τους στην πηγή με συντελεστή 26%. Μάλιστα, με βάση την υποβαλλόμενη ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος βεβαιώνεται ποσό ίσο με ογδόντα τοις εκατό (80%) του φόρου αναφορικά με το φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου έτους.
            Ακόμα, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα θέματα που αν και δεν αφορούν στην φορολογία εισοδήματος κεφαλαιουχικών εταιρειών, σχετίζονται με αυτή καθώς αναφέρονται είτε στη φορολογία εισοδήματος των εταίρων ή μετόχων αυτής είτε στη φορολογία εισοδήματος των μελών του διοικητικού της οργάνου.
            Πιο αναλυτικά, ξεκινώντας από τις ανώνυμες εταιρείες, υπογραμμίζεται ότι τα διανεμόμενα στους μετόχους κέρδη υπάγονται σε φορολογία. Με άλλα λόγια, τα φορολογηθέντα στην πηγή συνολικά καθαρά κέρδη της ανώνυμης εταιρείας -με συντελεστή 26%-, όταν διανέμονται στους μετόχους ως μέρισμα, έχουν επιπροσθέτως παρακράτηση φόρου ύψους δέκα τοις εκατό (10%). Μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 3 του Ν. 4172/2013, η παρακράτηση του προαναφερθέντος φόρου εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου του μερίσματος ενώ παράλληλα ο φόρος αυτός αποδίδεται το αργότερο έως το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής της υποκείμενης σε παρακράτηση πληρωμής.
            Ένα ακόμα ενδιαφέρον θέμα που αξίζει να παρουσιαστεί είναι η φορολόγηση των αμοιβών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 1-3 και 23α παρ. 2 του Κ. Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών προκύπτει η διάκριση των αμοιβών που καταβάλλονται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας σε τρεις κατηγορίες. Αφενός, διακρίνουμε τις αμοιβές που χορηγούνται από τα κέρδη της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Κ.Ν. 2190/1920. Αφετέρου, ειδική ρύθμιση υπάρχει για κάθε άλλη αμοιβή καταβαλλόμενη στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία για να εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας ως έξοδο πρέπει να εγκριθεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης. Τρίτον, στο άρθρο 24 παρ. 3 του Κ.Ν.2190/1920 υφίσταται ειδική ρύθμιση για τις αμοιβές που καταβάλλονται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τις παρεχόμενες από αυτά υπηρεσίες στην εταιρεία βάσει ειδικής σχέσης μισθώσεως εργασίας ή εντολής, η οποία εγκρίνεται με ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης.
            Βάσει του άρθρου 12 παρ. 2 περίπτωση δ΄ του νέου Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, οι αμοιβές που καταβάλλονται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας αποτελούν εισόδημα από μισθωτή εργασία και ως εκ τούτου υπάγονται σε παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με την κλίμακα του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 4172/2013 αφορόν στο φορολογικό συντελεστή του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες. Επιπροσθέτως, δεν πρέπει να παραληφθεί ότι οι αμοιβές αυτές εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας, όπως ακριβώς και οι δαπάνες μισθοδοσίας. Επομένως, όλες οι αμοιβές που παρέχονται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και βαρύνουν την εταιρεία, έχουν παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την κλίμακα φορολογίας μισθωτών, οριζόμενη στο άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 4172/2013.
            Επίσης, οι αμοιβές μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που προκύπτουν από τη διανομή κερδών της ανώνυμης εταιρείας αποτελούν μέρισμα και υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), όπως άλλωστε αναφέρθηκε ανωτέρω. Έπειτα από την παρακράτηση του εν λόγω φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση για τις συγκεκριμένες αμοιβές των φυσικών προσώπων – μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που τις λαμβάνουν.
            Επιπλέον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα των αμοιβών της διοίκησης. Πιο συγκεκριμένα, βάσει των άρθρων 62 παρ. 1 περίπτωση δ΄ και 64 παρ. 1 περίπτωση δ΄, οι πληρωμές για τις αμοιβές της διοίκησης έχουν παρακράτηση φόρου με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%). Σαφώς, στις αμοιβές διοίκησης δεν περιλαμβάνονται οι οποιεσδήποτε αμοιβές προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας  αλλά μόνο οι αμοιβές διοικητικής υποστήριξης, οργάνωσης, αναδιοργάνωσης, κ.λπ. αποκαλούμενες με τον αγγλικό όρο: «management fees».
            Έπειτα από τα ανωτέρω οφείλουμε να κάνουμε μία σύντομη μνεία και σε θέματα σχετικά με τη φορολογία εισοδήματος των εταίρων και διαχειριστών των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών. Ειδικότερα, κατ’ αντιστοιχία με τις ανώνυμες εταιρείες, τα φορολογηθέντα στην πηγή συνολικά καθαρά κέρδη ορισμένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με συντελεστή είκοσι έξι τοις εκατό ( 26% ), όταν διανέμονται στους εταίρους ως μέρισμα, έχουν επιπρόσθετη παρακράτηση φόρου ύψους δέκα τοις εκατό ( 10% ), το οποίο βαρύνει τους εταίρους. Βέβαια, με την συγκεκριμένη παρακράτηση φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου του μερίσματος ενώ παράλληλα η απόδοση του φόρου αυτού συντελείται το αργότερο έως το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής της υποκείμενης σε παρακράτηση πληρωμής. Ακόμα, επισημαίνεται ότι τα καθαρά κέρδη των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου.
Τέλος, δεδομένου ότι το διοικητικό όργανο των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών είναι ο Διαχειριστής τους, ο οποίος ασκεί καθήκοντα εκπροσώπησης και διοίκησης της εταιρείας, οι αμοιβές που καταβάλλει η Ε.Π.Ε. καθώς και η Ι.Κ.Ε. στον Διαχειριστή για την άσκηση των καθηκόντων του φορολογούνται σύμφωνα με την κλίμακα των μισθωτών, βάσει του άρθρου 15 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

            Για μία λεπτομερέστερη παρουσίαση του ελληνικού επενδυτικού περιβάλλοντος μη διστάσετε να απευθυνθείτε στην ADVANCED CONSULTANTS A.E. και τα έμπειρα στελέχη της. Κοντά μας θα βρείτε απαντήσεις και λύσεις στα επενδυτικά, οικονομικά και φορολογικά σας ζητήματα.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Η φορολογική κατοικία ως βάση φοροτεχνικού σχεδιασμού επιχειρήσεων σε Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο

      Για να επιβληθεί φορολογία στο εισόδημα ενός νομικού προσώπου ή μίας νομικής οντότητας πρέπει να προσδιοριστεί το στοιχείο εκείνο που λαμβάνεται υπόψη ώστε να καταστεί το εκάστοτε πρόσωπο ή οντότητα υποκείμενο φόρου βάσει της φορολογικής νομοθεσίας συγκεκριμένου κράτους.
            Στο άρθρο 3 του ελληνικού Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ορίζονται τα υποκείμενα του φόρου στα πλαίσια της ελληνικής έννομης τάξης. Ειδικότερα, στο πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου προβλέπεται ότι: « Ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, ήτοι για το παγκόσμιο εισόδημά του που αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος». Έτσι, είναι σαφές ότι βασικό κριτήριο για να φορολογηθεί ορισμένο πρόσωπο -φυσικό ή νομικό- βάσει των ισχυόντων ελληνικών φορολογικών διατάξεων είναι η φορολογική του κατοικία.
            Στη συνέχεια, στο άρθρο 4 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα παρατίθενται τα τρία κριτήρια για να θεωρηθεί ένα νομικό πρόσωπο ή μία νομική οντότητα φορολογικός κάτοικος Ελλάδας. Συγκεκριμένα, τα κριτήρια αυτά είναι ο τόπος σύστασης ή ίδρυσης του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, η καταστατική έδρα και ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησης. Σαφώς, αξίζει να διευκρινιστεί ότι η καταστατική έδρα συνήθως συμπίπτει με τον τόπο σύστασης ή ίδρυσης του νομικού προσώπου, χωρίς, βέβαια, αυτό να αποτελεί έναν απαρέγκλιτο κανόνα. Ακόμα, δεν αμφισβητείται ότι ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησης ως κριτήριο για τον προσδιορισμό της φορολογικής κατοικίας αποκτά διεθνώς ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Μάλιστα, σημαντικός αριθμός κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ενσωματώσει το κριτήριο αυτό στη νομοθεσία του.     
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να διασαφηνίσουμε πότε ένα νομικό πρόσωπο ή οντότητα θεωρείται φορολογικός κάτοικος Ελλάδας. Δεδομένου ότι για τα εν λόγω υποκείμενα του φόρου υιοθετούνται οι γενικές αρχές για την επιβολή του φόρου βάσει της αρχής του τόπου άσκησης της πραγματικής φορολογικής διοίκησης, η τελευταία κρίνεται με βάση τα πραγματική περιστατικά και τις συνθήκες της εκάστοτε περίπτωσης. 
Ακόμα, υπογραμμίζεται ότι τα κριτήρια για να προσδιοριστεί ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησης έχουν διαμορφωθεί νομολογιακά και ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο στην τέταρτη παράγραφο του άρθρου 4 του Κ.Φ.Ε. παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη, χωρίς, βέβαια, να αποκλείεται η συνεκτίμηση πρόσθετων κριτηρίων. Τα βασικότερα εκ των κριτηρίων αυτών είναι o τόπος άσκησης της καθημερινής διοίκησης, ο τόπος λήψης στρατηγικών αποφάσεων, ο τόπος συνεδρίασης της ετήσιας γενικής συνέλευσης των μετόχων ή των εταίρων, ο τόπος τήρησης βιβλίων και στοιχείων και ο τόπος συνεδριάσεων του διοικητικού οργάνου της εταιρείας. Μάλιστα, πρόσθετο κριτήριο δυνάμενο να συνεκτιμηθεί από κοινού με τα ανωτέρω κριτήρια είναι η κατοικία της πλειοψηφίας των εταίρων ή μετόχων. Τα απαριθμούμενα ανωτέρω, λοιπόν, κριτήρια, προκύπτοντα από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης αλλά και των εθνικών δικαστηρίων, αποδεικνύονται καθοριστικής σημασίας για τον εντοπισμό του τόπου άσκησης της πραγματικής διοίκησης.
Αντιστοίχως με την ελληνική νομοθεσία, στα πλαίσια του φορολογικού συστήματος του Ηνωμένου Βασιλείου συναντάται η έννοια: «corporate residence». Η έννοια αυτή χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί εάν ένα νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα είναι υποκείμενη στη φορολογία του Ηνωμένου Βασιλείου. Όπως ακριβώς συμβαίνει στα πλαίσια του ελληνικού φορολογικού συστήματος, έτσι και στα πλαίσια του βρετανικού φορολογικού συστήματος ιδιαίτερη προσοχή δίδεται στην εξέταση της νομολογίας ώστε να προσδιοριστεί ο τόπος της κεντρικής διοίκησης και ελέγχου της επιχείρησης. Διότι βάσει του τόπου αυτού ανευρίσκεται εάν ένα νομικό πρόσωπο είναι υποκείμενο φόρου στα πλαίσια του βρετανικού φορολογικού συστήματος. Σαφώς, ο προσδιορισμός αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία όταν πρόκειται για ξένα νομικά πρόσωπα, τα οποία συστήνονται στην επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου. Έτσι, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην έννοια του «τόπου της πραγματικής διοίκησης» όταν αναφύονται ζητήματα εντοπισμού της έδρας του νομικού προσώπου, βάσει της οποίας θα υπαχθεί στη φορολογία συγκεκριμένου κράτους.
Εξετάζοντας επισταμένα τη φορολογική νομοθεσία και νομολογία του Ηνωμένου Βασιλείου, υπογραμμίζεται ότι βάσει της Corporation Tax Act 2009 ακολουθείται κατ’αρχήν ο κανόνας του τόπου σύστασης του νομικού προσώπου. Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα, ένα νομικό πρόσωπο είναι φορολογικός κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου εάν έχει συσταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όμως, στο ίδιο κεφάλαιο της ίδιας πράξης τονίζεται ότι ως φορολογικός κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου αντιμετωπίζεται και το νομικό πρόσωπο το οποίο έχει, βέβαια, συσταθεί σε άλλο κράτος, αλλά ο τόπος όπου ασκείται η πραγματική του διοίκηση (place of effective management) είναι το Ηνωμένο Βασίλειο.

Εν κατακλείδι, η σπουδαιότητα του προσδιορισμού της φορολογικής κατοικίας έγκειται στη βασική «συνέπειά» της, ήτοι στο γεγονός ότι όταν εντοπιστεί σε ορισμένη χώρα η φορολογική κατοικία ορισμένου προσώπου, η συγκεκριμένη χώρα έχει αρμοδιότητα να επιβάλλει φόρους στο νομικό πρόσωπο σύμφωνα με το φορολογικό της σύστημα. Για την επίλυση ζητημάτων που σχετίζονται με τη φορολογική κατοικία φυσικών και νομικών προσώπων απευθυνθείτε στους Συμβούλους της ADVANCED CONSULTANTS A.E. Οι έμπειροι συνεργάτες μας θα σας παρέχουν έγκυρη και έγκαιρη πληροφόρηση και κατευθυντήριες οδηγίες για το φορολογικό θέμα που σας απασχολεί.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Trust: Ο ακμάζων θεσμός του αγγλοσαξωνικού χώρου


 
Το εμπίστευμα ή καταπίστευμα είναι ένας διακανονισμός, ήτοι μία νομική συμφωνία κάτω από την οποία ένα άτομο ή εταιρεία, ο Εμπιστευματοπάροχος, μεταφέρει περιουσιακά στοιχεία μέσα στο εμπίστευμα και ένα άλλο άτομο ή εταιρεία, ο Εμπιστευματοδόχος, συμφωνεί να κρατά αυτά τα στοιχεία στο όνομά του για το όφελος άλλων ατόμων, των Δικαιούχων, με συγκεκριμένους όρους και με συγκεκριμένες εξουσίες. Οι συγκεκριμένοι όροι και οι ανατεθείσες εξουσίες  περιλαμβάνονται στο έγγραφο του εμπιστεύματος. Ακόμα, τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος είναι εγγεγραμμένα και ανήκουν νομικά στον Εμπιστευματοδόχο και ο Εμπιστευματοδόχος έχει νομικό καθήκον να κρατά αυτά τα στοιχεία και το εισόδημα που προκύπτει από αυτά για το όφελος των Δικαιούχων.

Επιπροσθέτως, ως προς το θεσμό του trust αξίζει να διευκρινιστούν δύο μεγάλης σπουδαιότητας σημεία. Αφ’ενός, αν και ο Εμπιστευματοδόχος έχει νομικό τίτλο στα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος και ο Δικαιούχος έχει τίτλο συμφέροντος, ακριβώς ο τίτλος συμφέροντος έχει αξία σε σχέση με την ιδιοκτησία περιουσιακών στοιχείων κάτω από μία τέτοια διευθέτηση. Αφετέρου,  ως προς την «έδρα του trust» επισημαίνεται ότι αν και το trust δεν έχει νομική προσωπικότητα, έχει ένα τοπικό κέντρο συμφερόντων, το οποίο καθορίζεται βάσει της επιθυμίας του ιδρυτή. Μάλιστα, αν ο ιδρυτής δεν έχει εκφράσει καμία επιθυμία, συνεκτιμώνται διάφορα κριτήρια όπως ιδίως το κέντρο διαχειρίσεως του trust, ο τόπος διαμονής των trustees, η περιουσιακή κατάσταση του trust, η φύση των επιδιωκόμενων σκοπών και ο τόπος εκτέλεσης των υποχρεώσεων του trust.

Επιπλέον, δεν θα μπορούσε να παραληφθεί ότι τo trust συνιστά θεσμό εφαρμοζόμενο στον αγγλοσαξονικό κυρίως χώρο. Πιο αναλυτικά, κατά το αγγλοσαξωνικό δίκαιο το trust αποτελεί μια νομική συμφωνία, με την οποία η περιουσία που ανήκει σε ένα πρόσωπο, διοικείται προς όφελος ενός άλλου. Στα ελληνικά ο όρος αποδίδεται ως εμπίστευμα, το ελληνικό δίκαιο όμως -όπως και τα υπόλοιπα ηπειρωτικά ευρωπαϊκά δίκαια- δε γνωρίζει τέτοιο θεσμό. Βέβαια, σταδιακά η αναφερόμενη σε εμπιστεύματα νομολογία αυξάνεται ενώ η υφιστάμενη ελληνική νομοθεσία δύναται να ανταποκριθεί σε ορισμένες πτυχές του trust. Επικεντρώνοντας την προσοχή μας στον αγγλοσαξωνικό θεσμό είναι ενδιαφέρον ότι  τα συμβαλλόμενα στο trust μέρη settlor», που δίνει το περιουσιακό στοιχείο προς όφελος ενός άλλου, ο «trustee», που έχει τον έλεγχο του περιουσιακού στοιχείου και του οποίου η πληρωμή ορίζεται με νόμο, και ο «beneficiary», ο οποίος δέχεται τα οφέλη από το περιουσιακό στοιχείο.
είναι ο «

Διευκρινίζεται ότι στις εξωτερικές σχέσεις του με τρίτους, ο trustee εμφανίζεται ως κανονικός φορέας δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, μπορεί να εκχωρήσει ή να αποκτήσει δικαιώματα καθώς και να αναλάβει υποχρεώσεις. Ταυτόχρονα, όμως, είναι δυνατό να ανακύψουν ποικίλα προβλήματα στις εσωτερικές σχέσεις του trustee. Για παράδειγμα, είναι πιθανό να προκύψουν θέματα σχετικά με το ποιος περιέρχεται στη θέση του trust ή με τον καθορισμό των εξουσιών. Ακόμα, διαφορές μπορούν να δημιουργηθούν και μεταξύ των trustees και των δικαιούχων.

Ακόμα, περνώντας στον χώρο της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι η πιο κοινή μορφή εμπιστεύματος στην Κύπρο είναι το Διακριτικό Εμπίστευμα, το οποίο δίνει στους Εμπιστευματοδόχους τη διακριτική ευχέρεια να εξασκούν τη δική τους κρίση ως προς τον τρόπο και ποσό με το οποίο οι Δικαιούχοι θα επωφελούνται. Οι Δικαιούχοι μπορούν να ορίζονται είτε κατ’ όνομα είτε κατά συγγενική τάξη προσώπων ή απλώς να αφήνονται στην πλήρη  διακριτική ευχέρεια των Εμπιστευματοδόχων.

Ολοκληρώνοντας, θα πρέπει να τονιστεί ότι ο θεσμός του trust ανταποκρίνεται στην νομική και οικονομική ενωσιακή πραγματικότητα. Για μία πιο λεπτομερή περιγραφή και ανάλυση του συγκεκριμένου θεσμού καθώς επίσης και για μία υπεύθυνη και εμπεριστατωμένη καθοδήγηση ως προς την ίδρυση, τη διοίκηση ή το φορολογικό σχεδιασμό ενός trust μη διστάσετε να απευθυνθείτε στην ADVANCED CONSULTANTS A.E. Έμπειρος και εξειδικευμένος σύμβουλός μας θα αναλάβει να διευθετήσει κάθε ζήτημά σας και να σας παράσχει κάθε επιθυμητή εκ μέρους σας συνδρομή προκειμένου να αυξήσετε την αποδοτικότητα και τα οικονομικά πλεονεκτήματα μίας τέτοιου είδους επιχειρηματικής κίνησης.

.

 

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Γερμανία: Ο φορολογικός σχεδιασμός της επενδυτικής δραστηριότητας


Ηγέτιδα στην οικονομία της Ευρώπης, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διαθέτει μία από τις σπουδαιότερες οικονομίες στο διεθνή χώρο. Έχοντας ανεπτυγμένη εγχώρια οικονομία και συνάμα προσφέροντας εύκολη πρόσβαση στις πιο ακμάζουσες οικονομίες στην ολοένα διευρυνόμενη Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γερμανία εξακολουθεί να παραμένει στις πρώτες θέσεις της λίστας με τους σπουδαιότερους εξαγωγείς εμπορευμάτων διεθνώς.

            Προτού επικεντρωθούμε στο φορολογικό σύστημα της Γερμανίας αξίζει να αναφερθούμε στις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στον οικονομικό φιλελευθερισμό της και τον κρατικό παρεμβατισμό. Ειδικότερα, το οικονομικό σύστημα της Γερμανίας προωθεί τον οικονομικό φιλελευθερισμό στηριζόμενο στους αυτοδιορθωτικούς κανόνες της ελεύθερης αγοράς ενώ ταυτόχρονα σπεύδει να εξαλείψει τις όποιες οικονομικές ατασθαλίες του συστήματος με τους άριστα σχεδιασμένους κανόνες που νομιμοποιούν και δικαιολογούν τον κρατικό παρεμβατισμό. Επίσης, η οικονομία της Γερμανίας βασίζεται κυρίως στον βιομηχανικό τομέα και στον τομέα παροχής υπηρεσιών. Ενώ μεγάλες εκτάσεις της χώρας καταλαμβάνονται από αγροτικές καλλιέργειες, μόνο το 3% του πληθυσμού ασχολείται με τον τομέα αυτό, λόγω της μηχανοποίησης των καλλιεργειών. Ως εκ τούτου, αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε για το οικονομικό σύστημα της Γερμανίας είναι ότι πρόκειται για μία φιλελεύθερη αγορά, όπου η ιδιωτική αυτονομία υποχωρεί μπροστά στον κρατικό παρεμβατισμό όταν αυτό είναι αναγκαίο για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης.

Έπειτα από τη σύντομη αναφορά στην οικονομική διάρθρωση της χώρας αξίζει να στραφούμε στη φορολογικό κλίμα της αναφορικά με της εταιρείες. Καταρχάς, υπογραμμίζεται ότι η Γερμανία δεν έχει ένα ενιαίο δείκτη φόρου για τις εταιρείες σε όλη την επικράτειά της. Υπολογιζόμενος στη βάση των επιμέρους ομόσπονδων κρατιδίων, ο μέσος δείκτης φορολογίας των εταιρειών είναι ελάχιστα μικρότερος από 30% ενώ μερικά κρατίδια προβλέπουν σημαντικά μικρότερους συντελεστές φορολογίας.

Αναφερόμενοι στα στοιχεία που συνθέτουν τη γερμανική φορολογική πολιτική επί των εταιρειών, οι εταιρείες φορολογούνται σε δύο επίπεδα. Σε πρώτο επίπεδο, εταιρικοί τύποι όπως η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης φορολογούνται στη βάση του εταιρικού εισοδήματος ενώ οι ενώσεις προσώπων φορολογούνται στη βάση του ατομικού εισοδήματος. Τόσο ο φόρος εισοδήματος εταιρειών όσο και ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων επιβάλλονται από την ομοσπονδιακή Κυβέρνηση. Σε δεύτερο επίπεδο, σε όλες τις επαγγελματικές δραστηριότητες των κεφαλαιουχικών και των προσωπικών εταιρειών επιβάλλεται φόρος από τα ομόσπονδα κρατίδια.

Επικεντρώνοντας τώρα την προσοχή μας στους φορολογικούς νόμους που αφορούν σε κεφαλαιουχικές εταιρείες –ας επιτραπεί η χρήση της συγκεκριμένης ορολογίας χάριν βέλτιστης κατανόησης της φορολογικής αντιμετώπισης των νομικών μορφών στις οποίες αναφερόμαστε-, τονίζεται ότι οι τελευταίες φορολογούνται με δείκτη φόρου εταιρικού εισοδήματος ύψους 15% επί του φορολογητέου εισοδήματος, ανεξάρτητα από το εάν το εισόδημα παραμένει στην εταιρεία ή διανέμεται στους εταίρους. Λαμβανομένης, μάλιστα, υπόψη της εισφοράς αλληλεγύης ύψους 5,5%, ο αποτελεσματικός δείκτης φόρου εταιρειών ανέρχεται στο 15,825%. Στη συνέχεια, εάν τα κέρδη διανεμηθούν στους εταίρους, οι τελευταίοι πρέπει να καταβάλουν φόρο εισοδήματος για αυτά.

Βάσει των ανωτέρω, η επιβάρυνση φόρου επί των διανεμόμενων κερδών διαμορφώνεται ως ακολούθως: Επί του συνόλου του φορολογητέρου εισοδήματος της εταιρείας (100%) αφαιρείται το 15,8% ως φόρος εταιρικού εισοδήματος και εισφορά αλληλλεγγύης καθώς και το 17.2% ως φόρος επί των διανεμημένων κερδών. Ως εκ τούτου, το εισόδημα που απομένει μετά την αφαίρεση των φορολογιών επιβαρύνσεων ανέρχεται στο 67% του αρχικού εισοδήματος.

Πέραν αυτής της ευσύνοπτης περιγραφής του φορολογικού περιβάλλοντος της Γερμανίας είναι αδιαμφισβήτητο ότι το φορολογικό της σύστημα είναι περίπλοκο. Επιπροσθέτως, ο κύριος συντελεστής φόρου προστιθέμενης αξίας σταθεροποιείται στο 19%, δηλαδή, μόλις κάτω από το μέσο όρο του δείκτη φόρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εντούτοις, φόρος ποσοστού 7% επιβάλλεται σε ορισμένα βασικά καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες, όπως είναι τα βασικά είδη διατροφής και η διαμονή ενώ παράλληλα υπηρεσίες όπως οι τραπεζικές και οι υπηρεσίες υγείας δεν επιβαρύνονται με Φ.Π.Α.

            Παρά το γεγονός ότι η επιμέρους ανάλυση της οικονομίας και της φορολογικής πολιτικής κάθε ομόσπονδου κρατιδίου θα ήταν αδύνατη στα πλαίσια του παρόντος, μπορούμε παραθέσουμε ορισμένα συμπεράσματα γενικής φύσεως. Πιο αναλυτικά, ως προς την οικονομική ανάπτυξη υπάρχουν μεγάλες τοπικές διαφορές καθώς ο νότος τις Γερμανίας με τα κρατίδια Βάδη-Βυρτεμβέργη, Βαυαρία και Έσση θεωρείται πλουσιότερος από τον βορρά. Ακόμα, το φορολογικό σύστημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είναι αυξητικό και ανταγωνιστικό, όπως άλλωστε θα άρμοζε σε μία άκρως εκβιομηχανισμένη χώρα. Η αναπτυξιακή και φορολογική πολιτική της χώρας ευνοεί τις επενδύσεις στηρίζοντας τις καινοτόμες ιδέες και τις άριστα σχεδιασμένες επιχειρηματικές κινήσεις. Συνεπώς, εάν τα πλάνα σας εκτείνονται εκτός της ελληνικής επικράτειας, η ADVANCED CONSULTANTS A.Ε. είναι ο κατάλληλος σύμμαχος σας κατά τη διαδικασία σχεδιασμού και σύστασης της νέας σας επένδυσης στη Γερμανία.