Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Το φορολογικό περιβάλλον της Ουγγαρίας αναφορικά με τις επιχειρήσεις

Τα τελευταία χρόνια η οικονομία της Ουγγαρίας παρουσιάζει σημαντική ανάκαμψη. Προς την κατεύθυνση αυτή οδήγησαν αφενός οι αναπτυξιακοί νόμοι για την προσέλκυση νέων επενδύσεων στο έδαφός της και αφετέρου η εξορθολογισμένη φορολογική πολιτική της. Μάλιστα, με την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη από το 2004, η Κυβέρνηση της Ουγγαρίας προχώρησε στην υιοθέτηση των φορολογικών Ευρωπαϊκών Οδηγιών στη νομοθεσία της αποκτώντας ένα σταθερό και αξιόπιστο πλαίσιο για τις εγχώριες και ξένες επενδύσεις στο έδαφός της.
            Πιο συγκεκριμένα, ο δείκτης εταιρικού φόρου ανέρχεται στο 19 % συνιστώντας έναν από τους χαμηλότερους δείκτες εταιρικής φορολογίας μεταξύ των χωρών της Ένωσης. Βέβαια, για εισοδήματα που ξεπερνούν τα 500.000 HUF, ο δείκτης φόρου μειώνεται στο 10%. Ο εν λόγω μειωμένος δείκτης φόρου συνιστά μία αναπτυξιακή οικονομική φόρμα που οδήγησε με μεγάλη αποτελεσματικότητα στην οικονομική επανόρθωση της Ουγγαρίας και την αποκατάσταση της οικονομικής της κρίσης.
            Παράλληλα, αξίζει να τονιστεί ότι τα κέρδη κεφαλαίου των εταιρειών της Ουγγαρίας προστίθενται στο τακτικό εισόδημα. Με άλλα λόγια, για τα κέρδη κεφαλαίου, το άτομο που αποκομίζει μέρισμα φορολογείται με δείκτη φόρου 16% επί του ληφθέντος μερίσματος.
            Όπως ακριβώς και στα πλαίσια του ελληνικού φορολογικού περιβάλλοντος, οι εταιρείες της Ουγγαρίας είναι υποχρεωμένες να προπληρώνουν τους φόρους κατά τη διάρκεια του χρόνου. Αναλυτικότερα, οι εκ των προτέρων πληρωμές προσδιορίζονται στη βάση των δεικτών φόρου του προηγούμενου έτους. Φυσικά, σε περίπτωση νέας εταιρείας, ο εκ των προτέρων προσδιορισμός του φόρου υπολογίζεται σύμφωνα με την πρόβλεψη των κερδών της εταιρείας για το πρώτο έτος.
            Επιπρόσθετα, στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει φόρο και για τους μισθωτούς υπαλλήλους που απασχολεί, πλέον της κοινωνικής ασφάλισης και του φόρου αλληλεγγύης. Ο εργοδότης, δηλαδή, καταβάλει φόρο με δείκτη 28% επί του μισθού του εργαζομένου ενώ ο εργαζόμενος 18,5% επί του μισθού του.

            Ολοκληρώνοντας, η Ουγγαρία έχει υιοθετήσει ένα αναπτυξιακό φορολογικό σύστημα ενώ παράλληλα έχει απλοποιήσει και κωδικοποιήσει τη φορολογικής της νομοθεσία έτσι ώστε η τελευταία να είναι κατανοητή και εύληπτη για τα υποκείμενα σε φόρο πρόσωπα. Συνακόλουθα, έχει προβλέψει έναν ιδιαίτερα χαμηλό συντελεστή εταιρικής φορολογίας έτσι ώστε η οικονομία της να αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς. Έπειτα από όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η Ουγγαρία έχει κατορθώσει να ανταπεξέλθει στην ευρωπαϊκή οικονομική κρίση ανασυνθέτοντας τις δυνάμεις της και καταπολεμώντας το δημοσιονομικό έλλειμα. Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το φορολογικό και οικονομικό περιβάλλον της Ουγγαρίας, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας. Τα καταρτισμένα στελέχη της  ADVANCED CONSULTANTS S.A. είναι σε θέση να δημιουργήσουν για εσάς το κατάλληλο business plan για την επιχείρησή σας.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Διαβίβαση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων

Το μεγίστης σημασίας ζήτημα αναφορικά με τη διαβίβαση και την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ανάμεσα στις διοικητικές αρχές κλήθηκε να επιλύσει το Δικαστήριο της Ένωσης. Ειδικότερα, με αφορμή την υπόθεση σχετικά με την φορολογική διοίκηση της Ρουμανίας, η οποία διαβίβασε τα δηλωθέντα εισοδήματα των πολιτών στο Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Ασφαλίσεως, το Δικαστήριο προχώρησε σε μία ρηξικέλευθη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και συμφερόντων.
Ειδικότερα, ο Ενωσιακός Δικαστής απεφάνθη ότι είναι υποχρεωτικό ορισμένη διοικητική αρχή να ενημερώνει τα οικεία πρόσωπα σχετικά με τη διαβίβαση των δεδομένων τους σε άλλη διοικητική αρχή προς το σκοπό επεξεργασίας τους από τη δεύτερη ως αποδέκτρια των εν λόγω δεδομένων, προκειμένου να είναι θεμιτή η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων. Μάλιστα, η σχετική ισχύουσα Οδηγία περί επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων απαιτεί ρητά να επιβάλλονται τέτοιου είδους περιορισμοί με νομοθετικά μέτρα.

Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι βασικός γνώμονας για την ανάπτυξη της προαναφερόμενης δικαστικής κρίσης είναι η ισορροπία ανάμεσα σε δύο βασικές αρχές: αφενός της αρχής της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, η οποία ρητά κατοχυρώνεται στην Σ.Ε.Ε., και αφετέρου της αρχής της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Έπειτα από την υπό κρίση στάθμιση το ΔΕΕ καταλήγει ότι για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ δύο διοικητικών αρχών κράτους μέλους και την επεξεργασία τους από αυτές απαιτείται η προηγούμενη ενημέρωση των προσώπων, τα οποία αφορά η συγκεκριμένη επεξεργασία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ δύο διοικητικών αρχών κράτους μέλους και τη μεταγενέστερη επεξεργασία τους από αυτές χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των εμπλεκόμενων προσώπων.

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Ζητήματα ασφάλειας του τραπεζικού συστήματος στο διεθνή χώρο

Τα αλλεπάλληλα προβλήματα και οι διεθνείς οικονομικές κρίσεις που παρατηρούνται στην παγκόσμια οικονομία τα τελευταία χρόνια δεν θα μπορούσαν να μην επηρεάζουν το τραπεζικό σύστημα καθώς και την εμπιστοσύνη των επενδυτών προς τις τράπεζες. Με άλλα λόγια, οι ανακατατάξεις που έχουν υποστεί τα τραπεζικά συστήματα στον κόσμο γρήγορα προκάλεσαν το ερώτημα εάν υπάρχει ασφαλής τράπεζα και σε περίπτωση θετικής απαντήσεως ποια τελικά είναι αυτή.
            Αρχικά, είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι το υφεσιακό οικονομικό περιβάλλον και τα μέτρα που παίρνουν οι Κυβερνήσεις σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπισή του, εντείνουν την ανησυχία και κυρίως την καχυποψία έναντι της ασφάλειας του τραπεζικού συστήματος και των τραπεζικών ιδρυμάτων. Μάλιστα, η κρίση χρέους στην Ευρώπη και οι αναταραχές στην παγκόσμια οικονομία έθεσαν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος το ερώτημα εάν μία τράπεζα που βρίσκεται στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο φέρει τα εχέγγυα μίας ασφαλούς τράπεζας. Το ερώτημα αυτό εξετάστηκε και από τους συντάκτες περιοδικών με οικονομικοπολιτικά θέματα.
            Έπειτα από εκτενείς αναλύσεις είναι απαραίτητο να δώσουμε σε λίγες γραμμές την απάντηση στα ως άνω ερωτήματα. Ειδικότερα, είναι σαφές ότι η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από παγκόσμιες οικονομικές αλλαγές και ανακατατάξεις, γεγονός που επηρεάζει έντονα το τραπεζικό σύστημα. Εντούτοις, ορισμένες τράπεζες έχουν υιοθετήσει πλείονες δικλείδες ασφαλείας και «δραπέτευσης» από αδιέξοδες οικονομικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ότι η «Bank Nederlandse Gemeenten, (Ολλανδία)», η «Landwirtschaftliche Rentenbank,(Γερμανία)» και η «HSBC Holdings, (Βρετανία» συνιστούν τρεις τράπεζες που διασφαλίζουν σε σημαντικό βαθμό την σταθερότητα και την ασφάλεια των επενδυόμενων κεφαλαίων.

            Εν κατακλείδι, είναι φυσικό ότι οι ραγδαίες οικονομικο-πολιτικές αλλαγές επέφεραν αλυσιδωτά αποτελέσματα σε όλους τους κλάδους των χρηματοοικονομικών και της οικονομίας. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά μπόρεσαν να αντιμετωπιστούν άμεσα και αποτελεσματικά από ορισμένα καλά οργανωμένα τραπεζικά ιδρύματα. Ως εκ τούτου, οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές πρέπει να εξετάζουν το ζήτημα αυτό με ψυχραιμία, αποφεύγοντας γενικόλογες κρίσεις περί της ασφάλειας των τραπεζών και υιοθετώντας μία ευρωπαϊκά προσανατολισμένη κρίση αναφορικά με κεφάλαιά τους και τον τρόπο διαχείρισης αυτών.

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Το οικονομικό περιβάλλον στη Λιθουανία

Η οικονομία της Λιθουανίας χαρακτηρίζεται από την ευνοϊκή αντιμετώπιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και ιδίως από τη διασφάλιση των ξένων επενδύσεων στο έδαφός της. Ειδικότερα, στην επικράτειά της παρέχονται απεριόριστες δυνατότητες για τις ξένες επενδύσεις ενώ η μακροχρόνια εξέλιξη των επιχειρήσεων διασφαλίζεται μέσω της αναπτυξιακής της φορολογικής και εταιρικής της νομοθεσίας. 
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το τρέχον πρόγραμμα της ιδιωτικοποίησης των βασικών κλάδων υποδομής καθιερώθηκε με κύριο στόχο την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης και την περαιτέρω αύξηση της εισροής των ξένων επενδύσεων. Μάλιστα, η αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου προγράμματος αποδεικνύεται από την σημαντική αύξηση των φιλοξενούμενων στο έδαφός της ξένων επενδύσεων καθώς από την ενίσχυση σε σημαντικό βαθμό του τραπεζικού της συστήματος.
Παράλληλα, είναι άξιο μνείας ότι η αναμόρφωση της λιθουανικής αγοράς είναι σύμφωνη με τους κανόνες του Διεθνούς Χρηματικού Κεφαλαίου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, ισότιμο μέλος των οποίων είναι η Λιθουανία. Στα πλαίσια αυτά  η Λιθουανία διασφαλίζει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και μερισμάτων κατέχοντας μία από τις πιο ταχύρρυθμα αναπτυσσόμενες οικονομίες και έναν από τους πιο ακμάζοντες ιδιωτικούς τομείς σε σχέση με το μέγεθός της στην Ευρώπη. Επίσης, δεν πρέπει να παραλειφθεί ότι η Κυβέρνηση συνέχισε να παίρνει αποτελεσματικά μέτρα για τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος, με τη μείωση της γραφειοκρατίας και με την απλούστευση των διοικητικών και φορολογικών διαδικασιών. Ταυτόχρονα, η προετοιμασία για την ένταξη της χώρας στην ΕΕ έχει επιφέρει την εναρμόνιση των νόμων και των κανονισμών με τα επίπεδα και τις πρακτικές της ΕΕ.

Συμπερασματικά, η Λιθουανία έχει τη μεγαλύτερη και την πιο εκτεταμένη οικονομία των Βαλτικών Κρατών βασισμένη κυρίως στην βαριά και ελαφριά βιομηχανία ενώ η ευρείας κλίμακας ιδιωτικοποίηση πολλών μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων βιομηχανικών και υποδομής συνεπιφέρει την αδιάκοπη εισροή επενδύσεων και το γρήγορο εκσυγχρονισμό. Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το φορολογικό της καθεστώς και το τραπεζικό της σύστημα είμαστε στη διάθεσή σας.

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Σύγκριση φορολογικού συστήματος Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου σε μία εποχή παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

Οι δικαιικές επιλογές της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς τις θεμελιώδεις φορολογικές αρχές και τη φορολογία εισοδήματος νομικών οντοτήτων και ιδίως εταιρειών παρουσιάζει ορισμένες εύλογες ομοιότητες καθώς και συγκεκριμένες αξιοσημείωτες διαφορές. Ειδικότερα, οι βασικοί γνώμονες που θέτουν τα θεμέλια διαμόρφωσης των ως άνω επιλογών είναι δύο. Αφενός, οι νομοθετικές φορολογικές επιλογές γίνονται στη βάση της κυριαρχικής εξουσίας του καθενός εκ των δύο αυτών κρατών να ορίζουν τον τρόπο άμεσης φορολόγησης των υπαγόμενων στη δικαιοδοσία τους προσώπων, βάσει των πολιτικών τους προτεραιοτήτων και των οικονομικών τους αναγκών. Αφετέρου, ο πολλαπλασιασμός των διεθνών συναλλαγών, η διάπλαση της εσωτερικής ενωσιακής αγοράς καθώς και η παγκόσμια διάσταση των φαινομένων φορολογικών στρεβλώσεων απαιτεί τη συντονισμένη δράση κρατών –μελών ή μη της Ένωσης-. Στα πλαίσια αυτά, για την επίλυση κομβικών προβλημάτων φορολογικού ενδιαφέροντος τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξη προωθούν πολιτικές και επιβάλλουν δικαιικές επιλογές αντίστοιχα, περιορίζοντας την απόλυτη κυριαρχική εξουσία των κρατών στο θέμα της φορολογίας εισοδήματος νομικών οντοτήτων.
            Οι ως άνω άξονες οδηγούν σε μία αμοιβαία αλληλεπίδραση ανάμεσα στην εθνική και ενωσιακή νομοθεσία. Αναλυτικότερα, το φορολογικό σύστημα κάθε χώρας, αποτελώντας αντανάκλαση της οικονομικής και κοινωνικής του πολιτικής, διαμορφώνεται υπό την επίδραση των πολιτικών προτεραιοτήτων κάθε κράτους αλλά και υπό την πίεση των κοινωνικών αντιδράσεων. Έτσι, όχι μόνο η Ένωση επιβάλλει στα κράτη μέλη της την υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων και δικαιικών επιλογών στη φορολογική νομοθεσία τους αλλά ταυτόχρονα τα κράτη μέλη και οι πολίτες της Ένωσης ασκούν πιέσεις για την εφαρμογή ορισμένου ευνοϊκού φορολογικού συστήματος, που θα λαμβάνει υπόψη του τις κοινωνικές συνθήκες του τόπου όπου δραστηριοποιούνται οι πολίτες αυτοί.
            Εξάλλου, βασικό κριτήριο για να αποβεί αποτελεσματικό ορισμένο φορολογικό σύστημα είναι να είναι λογικό και δίκαιο έτσι ώστε τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα να πείθονται για την πληρωμή των φόρων και την αποφυγή φαινομένων φοροαποφυγής ή φοροδιαφυγής,  Για το λόγο αυτό, τα κράτη μέλη αφουγκραζόμενα τις επιταγές της κοινωνίας τους για φορολογικές πολιτικές συγκεκριμένων κατευθύνσεων «προβαίνουν σε ένα δημιουργικό διάλογο» με τον ενωσιακό Νομοθέτη έτσι όχι μόνο να επιτυγχάνονται η καταπολέμηση των θεμάτων φορολογικών στρεβλώσεων και να επιτυγχάνεται η διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού φορολογικού ενωσιακού συστήματος αλλά ταυτόχρονα το σύστημα αυτό να μην «απορρίπτεται» εν τέλει από τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα.
            Περνώντας τώρα στις ομοιότητες των φορολογικών συστημάτων των δύο κρατών μελών της Ένωσης, παρατηρείται ότι τα τελευταία έχουν υιοθετήσει ορισμένη κοινή φορολογική πολιτική. Ειδικότερα, στη βάση των αρχών της φορολογικής ισότητας και της φορολογικής δικαιοσύνης, επιλέγουν το σύστημα της κλιμακωτής φορολόγησης απορρίπτοντας το άκαμπτο σύστημα του ενιαίου φορολογικού συντελεστή ανεξαρτήτως ποσού εταιρικού εισοδήματος. Ταυτόχρονα, σεβόμενα την αρχή της νομιμότητας του φόρου επιβάλλουν φορολογία εισοδήματος με τυπικούς νόμους θεσπισμένους από το Κοινοβούλιο. Παράλληλα, υπό την επίδραση του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και του συγκριτικού δικαίου διαμορφώθηκε η έννοια της φορολογικής κατοικίας με συγκεκριμένα κριτήρια που απαντώνται στις νομοθεσίες και των δύο κρατών. Με την δικαιική αυτή επιλογή η συνεργασία των δύο κρατών σε θέματα αποφυγής διπλής φορολογίας των υποκειμένων στο φόρο προσώπων που δραστηριοποιούνται και στα δύο κράτη ευοδώνεται αποτελεσματικά, πάντα υπό το πρίσμα της ενωσιακής ολοκλήρωσης και της επιτυχούς διαμόρφωσης της Εσωτερικής Αγοράς.
Παράλληλα, κατ’ουσία, η φορολογητέα ύλη που επιλέγουν να ορίσουν τα δύο κράτη είναι η ίδια. Πρόκειται για τα φορολογικά και όχι τα λογιστικά κέρδη που προκύπτουν από την εμπορική και βιομηχανική δραστηριότητα κάθε προσώπου. Άλλωστε, δεδομένου ότι οι ενώσεις με οικονομική δραστηριότητα λαμβάνουν συνεχώς διαφορετικές μορφές, τα εθνικά αυτά κράτη -υπό την καταλυτική επίδραση των επιταγών των ενωσιακών πολιτικών- υιοθετούν στην νομοθεσία τους την έννοια «νομική οντότητα» και όχι μόνο την έννοια «νομικό πρόσωπο». Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η φορολογία εισοδήματος των ενώσεων με οικονομική δραστηριότητα που ακόμα και αν δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα κατά το δίκαιο του ενός ή του άλλου κράτους αποκομίζουν κέρδη φορολογητέα με την νομοθεσία περί εταιρικού εισοδήματος.
Άλλωστε, η προβληματική περί φορολόγησης των νομικών οντοτήτων συνδέεται άρρηκτα με την προβληματική περί αναγνώρισης των νομικών προσώπων. Στα πλαίσια του φορολογικού δικαίου, υιοθετείται μία ευέλικτη λύση υποδεικνυόμενη από το σύστημα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου προκειμένου να μην καταστρατηγείται η εθνική φορολογική νομοθεσία των δύο προαναφερθέντων εθνικών κρατών με βάση το ζήτημα εάν ορισμένο πρόσωπο διαθέτει νομική προσωπικότητα ή όχι. Εν τέλει, βασικός στόχος της ένταξης του όρου αυτού στην ελληνική και βρετανική νομοθεσία είναι η φορολογητέα ύλη να διαλαμβάνεται με τον κατάλληλο τρόπο και η φορολόγηση των επιχειρηματικών ενώσεων να γίνεται με τρόπο αποτελεσματικό και δίκαιο.
Επιπροσθέτως, οι νομοθετικές μεταβολές στη νομοθεσία της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου επέβαλαν τη φορολόγηση των κερδών των νομικών προσώπων σε ετήσια βάση. Με άλλα λόγια, οι νομικές οντότητες δύνανται να επιλέξουν ως χρήση για τη σύνταξη των οικονομικών τους καταστάσεων διάστημα δώδεκα μηνών και όχι μεγαλύτερο. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ο φορολογικός έλεγχος των νομικών οντοτήτων με βάση οικονομικές καταστάσεις συγκεκριμένου εύλογου χρονικού διαστήματος και όχι ενός ευρύτερου χρονικού πλαισίου, κατά το οποίο επέρχονταν συχνά νομοθετικές αλλαγές.
Επιπροσθέτως, αναφορικά με τα ζητήματα των φορολογικών στρεβλώσεων τα κράτη μέλη έσπευσαν να ενσωματώσουν στο εθνικό τους δίκαιο την Οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 αναφορικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας. Με τον τρόπο αυτό, τα κράτη μέλη συνεργάζονται για τη διαμόρφωση ενός χώρου δικαιοσύνης και ασφάλειας όπου τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα θα αναπτύσσουν την επιχειρηματικής τους δράση αναλαμβάνοντας τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Έτσι, έπειτα από την υιοθέτηση της συγκεκριμένης Οδηγίας, το ζήτημα των ενδοομιλικών συναλλαγών αντιμετωπίζεται με τρόπο κοινό και από τα δύο κράτη με αποτέλεσμα αφενός την αποφυγή διπλής φορολόγησης και αφετέρου την καταπολέμηση της φορολογικής απάτης και της φοροαποφυγής, ήτοι δύο παγκόσμιων προβλημάτων.
Έπειτα από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι δύο χώρες υιοθετούν έναν όμοιο –κατά τους βασικούς άξονές του- τρόπο φορολόγησης των νομικών οντοτήτων που δραστηριοποιούνται στην επικράτειά τους. Οι ομοιότητες αυτές δικαιολογούνται από το γεγονός ότι τα δύο κράτη είναι μέλη της Ένωσης, ήτοι ορισμένης έννομης τάξης, καθώς και από τις δικαιικές προτεραιότητες που θέτουν, ήτοι την επίτευξη της ασφάλειας δικαίου και της φορολογικής δικαιοσύνης. Εξάλλου, η διαμόρφωση όμοιων συστημάτων φορολόγησης συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση για την ενίσχυση των διεθνών συναλλαγών και ιδίως των συναλλαγών εντός του ενωσιακού χώρου. Ως εκ τούτου, οι δικαιικές προτεραιότητες και οι ενωσιακές πολιτικές επιδράσεις καθιστούν εύλογες -αν όχι αναμενόμενες- τις ομοιότητες ανάμεσα στη νομοθεσία των δύο κρατών περί φορολόγησης του εισοδήματος νομικών προσώπων.
Σαφώς, τα φορολογικά συστήματα δύο κρατών όπου επικρατούν διαφορετικές κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες, δεν θα μπορούσαν να μην παρουσιάζουν διαφορές. Οι διαφορές αυτές εντοπίζονται κυρίως στο ύψος του επιβαλλόμενου φόρου. Ειδικότερα, το Ηνωμένο Βασίλειο επιλέγει έναν πιο χαμηλό συντελεστή φορολόγησης του εταιρικού εισοδήματος ενώ ταυτόχρονα προβλέπει φοροαπαλλαγές για τις εξωχώριες νομικές οντότητες που αναπτύσσουν οικονομική δράση στο εδαφός του. Η επιλογή αυτή αντανακλά την πολιτική προτεραιότητα του Ηνωμένου Βασιλείου για προσέλκυση επενδύσεων στο έδαφός του και την αποκόμιση φόρων βάσει όχι μίας εξαντλητικής για τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα νομοθεσίας αλλά βάσει των υψηλότερων κερδών που τα τελευταία εν τέλει θα αποκομίζουν και στη συνέχεια θα φορολογούνται. Με άλλα λόγια, το Ηνωμένο Βασίλειο έπειτα από την αναμόρφωση της φορολογικής του νομοθεσίας το έτος 2009, με την Corporation Tax Act 2009, επιδιώκει την προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων στο έδαφός του και κατ’ επέκταση την αποκόμιση υψηλότερων ποσών φόρου.
Από την άλλη μεριά, η Ελλάδα, προβαίνοντας στην ριζική αναμόρφωση της φορολογίας της εν μέσω πολιτικών ανακατατάξεων και οικονομικής κρίσης, υιοθέτησε έναν υψηλότερο δείκτη φόρου προκειμένου να αυξήσει τα δημοσιονομικά της έσοδα. Υπό τις συνθήκες αυτές επέλεξε ως βασικό συντελεστή φόρου τον δείκτη είκοσι έξι τοις εκατό (26%) ενώ περιόρισε τις φοροαπαλλαγές των εγχώριων νομικών οντοτήτων. Φυσικά, προβλέφθηκαν φοροαπαλλαγές για τις ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο έδαφός της ενώ συνάπτοντας πλήθος διμερών συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας επιδιώκει την διεύρυνση των οικονομικών δραστηριοτήτων των δραστηριοποιούμενων στο έδαφός της προσώπων.
Ακόμη, τα δύο κράτη επιλέγουν ως χρονικό ορίζοντα του φορολογικού τους έτους διαφορετική ημερομηνία. Ειδικότερα, ενώ η Ελλάδα ταυτίζει το φορολογικό έτος με το ημερολογιακό έτος, το Ηνωμένο Βασίλειο λόγω πολιτισμικών αιτιών επιλέγει βέβαια το διάστημα των δώδεκα μηνών ως λογιστική περίοδο, εντούτοις, επιλέγει την περίοδο από 1η Απριλίου έως 31 Μαρτίου ως φορολογικό έτος.
Ταυτόχρονα, στο ζήτημα των ενδοομιλικών συναλλαγών επιλέγονται διαφορετικά ποσοστά συμμετοχής προκειμένου δύο επιχειρήσεις να χαρακτηριστούν ως συνδεδεμένες. Αυτό συμβαίνει λόγω των διαφορετικών οικονομικών συνθηκών και των οικονομικών δυνατοτήτων των νομικών οντοτήτων των δύο κρατών.
Εντούτοις, αυτό που οφείλουμε να υπογραμμίσουμε είναι ότι αν και οι αριθμητικοί δείκτες των δύο χωρών στα ζητήματα φορολόγησης του εισοδήματος των νομικών οντοτήτων είναι διαφορετικοί, γεγονός που οφείλεται στις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες κάθε κράτους, ουσιαστικά ο τρόπος φορολόγησης και κατ’ επέκταση το φορολογικό σύστημα των δύο χωρών είναι παρεμφερές.
Σαφώς, στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί η σπουδαία επίδραση του συγκριτικού δικαίου ως προς την υιοθέτηση κοινών δικαιικών επιλογών ανάμεσα στα δύο κράτη μέλη της Ένωσης. Πιο αναλυτικά, δεδομένου ότι οι σύγχρονες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις καθιστούν αναγκαίες τις παγκοσμιοποιημένες συναλλαγές υιοθετήθηκαν κοινές λύσεις φορολόγησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας με στόχο τη διευκόλυνση και την αύξηση των οικονομικών και εμπορικών συναλλαγών. Υπό τις ίδιες συνθήκες, έχουν ληφθεί σε ενωσιακό καθώς και διεθνές επίπεδο μέτρα για την αντιμετώπιση της φορολογικής απάτης.
Φυσικά, οι κοινές αυτές λύσεις δεν οδηγούν εν τέλει στη διαμόρφωση μίας ολοκληρωτικής ενοποιήσεως των φορολογικών δικαίων των κρατών αλλά οδηγούν στην εναρμόνιση τους με τις ενωσιακές πολιτικές προτεραιότητες έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη διαμόρφωση ενός ενιαίου χώρου συναλλαγών και στην μέριμνα για τις κατ’ιδίαν ανάγκες των εθνικών κρατών και των πολιτών τους.
            Συμπερασματικά, τα δύο αυτά φορολογικά συστήματα παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες αλλά και σημαίνουσες διαφορές. Ακριβώς αυτές οι διαφορές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την υιοθέτηση μέτρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης αλλά και της καταπολέμησης των φορολογικών στρεβλώσεων. Μάλιστα, το Δικαστήριο της Ένωσης με τη νομολογία του περί θεμάτων συμβατότητας των εθνικών επιλογών με τις ενωσιακές αρχές αναμένεται να εντοπίσει τις προαναφερθείσες ισορροπίες ώστε η επιθυμία για οικονομική ανάπτυξη και πολιτική ενοποίηση να μην οδηγήσει σε μία ισοπεδωτική και εξαντλητική για τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα ενοποίηση φορολογικών συστημάτων. Έτσι, ο διάλογος του Δικαστηρίου της Ένωσης με τα εθνικά δικαστήρια αναμένεται να αποβεί καθοριστικός για τη διευθέτηση διφορούμενων θεμάτων του φορολογικού δικαίου.




Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

«Bail in» υπό την πίεση της εφαρμογής της ευρωπαϊκής Οδηγίας

Ο νεοεισαχθείσας προς ψήφιση στη Βουλή νόμος 4334/2015 δε θα μπορούσε παρά να περιέχει και διατάξεις για την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την εξυγίανση των τραπεζών. Ειδικότερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν άργησε να καταστεί μία άμεση και έντονη απειλή για την ενωσιακή έννομη τάξη. Ως εκ τούτου, ο θεματοφύλακας των συνθηκών έστρεψε την προσοχή μεταξύ άλλων και στην ανάκαμψη και εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων που δρουν εντός του ενωσιακού χώρου εκδίδοντας σχετική Οδηγία, ευρέως γνωστή ως BRRD.
Πιο αναλυτικά, η Banking Recovery and Resolution Directive συνιστά ένα νομικό κείμενο, το οποίο θέτει ως βασικό σκοπό την καθιέρωση ενός ενιαίου πλαισίου για όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης. Έτσι, επιδιώκεται σαφώς η διαχείριση των προβληματικών τραπεζών στον ενωσιακό χώρο με τρόπο αποτελεσματικό και άμεσο.
Επιπροσθέτως, εξετάζοντας συστηματικά την εν λόγω Οδηγία παρατηρείται ότι η τελευταία απαρτίζεται από δύο σκέλη. Στο πρώτο σκέλος, περιλαμβάνονται μέτρα για την ανάκαμψη ορισμένης τράπεζας έτσι ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη αναφορικά με την βιωσιμότητα της.
Στο δεύτερο σκέλος, γίνεται χρήση του όρου «εξυγίανση» περιγράφοντας ουσιαστικά την εκκαθάριση μίας τράπεζας ή επιχείρησης επενδύσεων. Με άλλα λόγια, όταν συγκεκριμένη τράπεζα φτάσει σε σημείο που δεν είναι πλέον βιώσιμη, προβλέπεται ένας τακτικός και μεθοδικός τρόπος έτσι ώστε όχι μόνο να εξυγιανθεί αλλά και να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι οικονομικές απώλειες και ο μεταδοτικός κίνδυνος αποδιοργάνωσης.
Φυσικά, η υπό κρίση Οδηγία σχετίζεται άμεσα με τα ελληνικά δεδομένα. Διότι, καθώς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει κριθεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση κινδύνου, η Οδηγία προβλέπει μέτρα για να αντιστρέψει την κατάσταση αυτή (distress). Ακόμα, όμως, και εάν κάτι τέτοιο αποβεί μάταιο, η Οδηγία ορίζει τη διαδικασία μεθοδικής εκκαθάρισης των ελληνικών τραπεζικών ιδρυμάτων περιορίζοντας τις αρνητικές συνέπειες για τον ελληνικό οικονομικό χώρο και τον κίνδυνο μετάδοσης στον ενωσιακό χώρο.
Συνοπτικά, η υπό ανάλυση Οδηγία εστιάζει στον τρόπο εξυγίανσης των τραπεζικών και επενδυτικών ιδρυμάτων θέτοντας δύο κεντρικούς γνώμονες. Αφενός, προβλέπει πώς μπορεί να αποτραπεί μία κρίση και αφετέρου πώς δύναται να γίνει ορθή και μεθοδική διαχείριση αυτής σε περίπτωση που επέλθει. Μάλιστα, στο κείμενο της Οδηγίας αυτής συναντούμε τον τεχνικό οικονομικό όρο: «bail in», ήτοι έναν όρο με διττό περιεχόμενο. Μεταφραζόμενος στα ελληνικά ως «κούρεμα» συνιστά ένα εργαλείο και ταυτόχρονα μία συνέπεια της BRRD προβλέποντας ότι όταν μία τράπεζα αντιμετωπίζει δυσκολίες πρέπει να χρησιμοποιήσει χρήματα των μετόχων της για να διασωθεί προτού στραφεί στα χρήματα των φορολογουμένων.

Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το προαναφερθέν εργαλείο και τον τρόπο λειτουργίας αυτού μη διστάσετε να απευθυνθείτε στα έμπειρα και καταρτισμένα στελέχη της ADVANCED CONSULTANTS S.A. Οι σύμβουλοί μας θα σας παράσχουν κάθε ζητούμενη πληροφορία και θα σας επιλύσουν κάθε απορία που σχετίζεται με το συγκεκριμένο θέμα και την επίπτωσή του στα δικά σας οικονομικά δεδομένα.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Αλλαγές στο φορολογικό περιβάλλον των τραπεζών στο Ηνωμένο Βασίλειο

Στον απόηχο των επαναλαμβανόμενων Eurogroup και υπό την πίεση της συνεχούς καθοδικής τάσης των χρηματιστηρίων διεθνώς, το Ηνωμένο Βασίλειο προχώρησε σε μία νομοθετική κίνηση πρωτότυπη και συνάμα διφορούμενη. Έχοντας πάντα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του την προσέλκυση ξένων επενδύσεων στο έδαφός του αποφάσισε την επιβολή φορολογικών ελαφρύνσεων σε ορισμένους τραπεζικούς και επενδυτικούς οίκους αυξάνοντας ταυτόχρονα τα φορολογικά βάρη σε άλλους οίκους.
            Πιο συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η χώρα που κατεξοχήν πριμοδοτεί την ανάπτυξη της οικονομίας της δημιουργώντας ευνοϊκό και σταθερό φορολογικό περιβάλλον για ξένους επενδυτές, σχεδιάζει την μείωση της φορολογίας στους δύο τραπεζικούς οίκους με έδρα στο έδαφός του που εξυπηρετούν την πλειοψηφία των ξένων επενδύσεων. Σαφώς, δεν θα μπορούσαμε να αναφερόμαστε σε άλλες από την HSBC και την Standard Chartered Bank, οι οποίες τα τελευταία χρόνια συνδέονται άρρηκτα με τις επενδύσεις στην αγγλική επικράτεια και κατ’επέκταση με την οικονομική ανάπτυξη του Ηνωμένου Βασιλείου. Έτσι, η Βρετανική Κυβέρνηση εξετάσει το ενδεχόμενο κατάργησης της επιβολής φορολογικών προστίμων και πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων στις προαναφερθείσες τράπεζες προκειμένου οι τελευταίες να μην προχωρήσουν σε μεταφορά της έδρας τους σε άλλο κράτος.
            Εντούτοις, στον αντίποδα της συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης σχεδιάζει την αύξηση της επιβαλλόμενης φορολογίας στις εθνικές τράπεζες. Ειδικότερα, οι νομοθετικοί παράγοντες της χώρας πρόκειται να προχωρήσουν στην αύξηση του φόρου τραπεζικών κερδών σε ποσοστό 8%.

            Δεδομένου ότι οι εν λόγω προτάσεις ενδέχεται να αποτελέσουν νομοθετική πρόβλεψη στην αρχή της νέας χρονιάς, είναι ευκόλως εννοούμενο ότι οι αντιδράσεις των εθνικών τραπεζών είναι έντονες και πιεστικές. Συνεπώς, αναμένεται να φανεί εάν η πρόβλεψη για την πρόσθετη φορολογία στις εθνικές τράπεζες θα καταστεί νομικά δεσμευτική πράξη ή θα υπάρξει επανεξέταση της πρότασης αυτής. Από την άλλη πλευρά, λόγω του αντίκτυπου της HSBC και της StanChart στην  βρετανική οικονομία εκτιμάται ότι οι προβλέψεις για τις συγκεκριμένες δεν θα τροποποιηθούν αλλά θα καταστούν ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις συνιστώντας έναν ακόμα μοχλό προσέλκυσης επενδύσεων στον βρετανικό χώρο.

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Ζητήματα συμβατότητας των capital controls με την ευρωπαϊκή νομοθεσία

Στον ενιαίο ενωσιακό χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης μέγιστο ζήτημα γεννά η επιβολή ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων. Με άλλα λόγια, η διατήρηση των λεπτών ισορροπιών ανάμεσα στον σεβασμό στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και τη διαχείριση της οικονομικής αστάθειας της ελληνικής οικονομίας αποτέλεσαν μία πρόκληση τόσο για την Ελληνική Κυβέρνηση όσο και για τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς.
            Υπό το πρίσμα των ραγδαίων εξελίξεων στην ελληνική και κατ’ επέκταση και στην ενωσιακή έννομη τάξη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απεφάνθη υπέρ της επιβολής capital controls στην Ελλάδα, ήτοι υπέρ της επιβολής περιορισμών στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων. Μάλιστα, τη θέση της αυτή στήριξε επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα παραβιάζει βέβαια την ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, ήτοι σχετικά με μία από τις βασικές ενωσιακές αρχές, αλλά η παραβίαση αυτή γίνεται χάριν της προστασίας των τραπεζών της. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι ένα τέτοιο μέτρο δικαιολογείται λόγω προστασίας του χρηματοπιστωτικού και τραπεζικού συστήματος.
            Φυσικά, η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας αποτέλεσε μία πρόκληση κύρια και επιτακτική για τη χώρα ενώ τα επιβαλλόμενα περιοριστικά μέτρα κρίθηκαν όχι μόνο απαραίτητα αλλά και ανάλογα σε σχέση με τα διακυβευόμενα αγαθά υπό τις ισχύουσες συγκυρίες.

Εντούτοις, εύλογα ανακύπτει το ερώτημα εάν η υπόστασή μας ως πολίτες της Ένωσης καταρρίπτεται μπροστά σε μία οικονομική ανακατάταξη. Πιο συγκεκριμένα, αξίζει να αναρωτηθούμε εάν μία οικονομική αναδιάρθρωση εντός ενός τμήματος του ενιαίου ενωσιακού χώρου καθίσταται πράγματι τόσο θεμελιώδης έτσι ώστε να δικαιολογεί την αφαίρεση των δικαιωμάτων μας ως πολιτών της ενιαίας Ευρώπης. Σαφώς, υπό τις παρούσες συνθήκες πρόκειται ουσιαστικά για ένα ερώτημα με πλείστους δικαιικούς άξονες και ποικίλες αξιολογικές κρίσεις. Ως εκ τούτου, οι πολιτικοοικονομικές εξελίξεις θα φωτίσουν πολλές πτυχές του ως άνω ερωτήματος και θα αναδείξουν εάν πράγματι η ευρωπαϊκή ιθαγένεια δύναται να αντιταχθεί έναντι των πολλών επιμέρους ιθαγενειών έτσι ώστε να καταστεί μια ιδιότητα με βάθος και ουσία και όχι για ένα επιφανειακό και ευάλωτο χαρακτηριστικό.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Περιορισμοί στις συναλλαγές κατά τη διάρκεια των capital controls

Οι οικονομικοπολιτικές εξελίξεις  και συνακόλουθα η επιβαλλόμενη τραπεζική αργία δεν άργησαν να προκαλέσουν έντονες κοινωνικές αναταραχές. Με αιτία την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 29ης Ιουνίου 2015, η ελληνική κοινωνία κλονίστηκε από την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και την άγνοια των επιγενόμενων συμβάντων.
            Πιο συγκεκριμένα, αφότου κατέστη απόλυτα σαφές ότι αναλήψεις άνω των εξήντα ευρώ δεν δύνανται να πραγματοποιηθούν με κανένα τρόπο ενώ πολλοί κάτοικοι της Ελλάδας δεν είναι εξοικειωμένοι με το ηλεκτρονικό περιβάλλον έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιήσουν μέσα και εφαρμογές διατραπεζικής συναλλαγής, ο πανικός και η ανησυχία επεκτάθηκε και σε άλλα ζητήματα.
            Έπειτα από τα ανωτέρω καθίσταται κατανοητό ότι εύλογα ανέκυψε το ερώτημα τι θα γίνει με τα τραπεζικά δάνεια σε περίπτωση που εκχωρηθούν σε τράπεζες του εξωτερικού. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι η δόση του τρέχοντος μηνός σε πολλά στεγαστικά δάνεια παραμένει σε εκκρεμότητα, ζήτημα τίθεται ως προς το εάν οι ξένες τράπεζες δικαιούνται να προχωρήσουν σε αναγκαστικές εκτελέσεις, ήτοι σε κατασχέσεις. Στο ερώτημα αυτό η απάντηση είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Όχι μόνο η εκχώρηση των δανείων δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί αλλά ταυτόχρονα η διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης δεν δύναται να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας.
            Επιπροσθέτως ένα δεύτερο θέμα που απασχόλησε την ελληνική αγορά και κοινωνία είναι πώς θα μπορούσαν να γίνουν μεταφορές κεφαλαίων στο εξωτερικό για λόγους άμεσης και επείγουσας ανάγκης. Ειδικότερα, για τις περιπτώσεις στις οποίες ένα έμβασμα ή μια μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό επιτρέπεται, αρμόδια να αποφασίζει ορίστηκε η Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών, η οποία συστάθηκε στο Γενικό Λογιστήριο το Κράτους. Εντούτοις, η κωλυσιεργία στη λήψη αποφάσεων και στην ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών λειτούργησε ως τροχοπέδη στη μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό ακόμα και όταν αυτή αφορούσε λόγους υγείας ή διαμονή φοιτητών στο εξωτερικό.
            Παράλληλα, οι ξένοι επενδυτές που δρουν στο ελληνικό έδαφος έθεσαν εξαρχής το ερώτημα εάν γίνονται μεταφορές κεφαλαίων από το εξωτερικό προς την Ελλάδα. Σαφώς, η απάντηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι θετική ορίζοντας ότι η μεταφορά κεφαλαίων από λογαριασμούς που τηρούνται σε αλλοδαπή τράπεζα σε λογαριασμό που τηρείται σε τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα γίνονται κανονικά. Αντίστοιχα, πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες αλλοδαπών τραπεζών χρησιμοποιούνται δίχως πρόβλημα υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό.
            Τέλος, ηχηρές αντιδράσεις προκλήθηκαν από τη δυσλειτουργία της κεφαλαιαγοράς καθόσον κατά την διάρκεια των capital controls απαγορεύτηκαν οι πωλήσεις αλλοδαπών μετοχών καθώς και η μεταφορά χαρτοφυλακίου από θεματοφύλακα στην Ελλάδα σε θεματοφύλακα του εξωτερικού.

            Συμπερασματικά, ένα πρωτοφανές δρώμενο στον ελληνικό τραπεζικό χώρο ήρθε να αναστατώσει την ελληνική πραγματικότητα και να επιφέρει κλιμακωτές αντιδράσεις και βαθμιαίες εκρήξεις στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας. Με την παρέλευση της σημερινής ημέρας και εν αναμονή της ημέρας του δημοψηφίσματος οι Έλληνες πολίτες καλούνται να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους μέχρι την έκδοση των νεότερων πολιτικοοικονομικών ειδήσεων. Οι θεμελιώδεις αρχές του δικαίου καθώς επίσης και ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα μας παρέχει μία «ασπίδα προστασίας» έναντι γεγονότων κρίσιμων και ίσως εκβιαστικών.

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

H εφαρμογή των capital controls στους κόλπους της ελληνικής οικονομίας

Ερχόμενα σε αντιδιαστολή με μία από τις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι με την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, τα capital controls έχουν πλέον επιβληθεί στις ελληνικές τράπεζες. Πιο συγκεκριμένα, λειτουργώντας ως περιοριστικά μέτρα στην κίνηση κεφαλαίων, η επιβολή τους κρίθηκε ως αναγκαία για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και της δημόσιας ασφάλειας. Έτσι, λαμβανόμενα κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις, τα capital controls εφαρμόζονται ως ύστατο μέσο θωράκισης της οικονομίας.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας στο ρυθμιστικό πλαίσιο επιβολής του έσχατου αυτού μέτρου. Αναλυτικότερα, την αρμοδιότητα για λήψη απόφασης σχετικά με capital controls την έχει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, αλλά η απόφαση δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν δεν συναινέσει ο Υπουργός Οικονομικών και δεν χορηγήσει τη σχετική έγκριση στην Commission. Μάλιστα, τα capital controls επιβάλλονται όταν υπάρχει ο κίνδυνος ή έστω ο φόβος ότι οι τράπεζες δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε μία μαζική απώλεια καταθέσεων.
Φυσικά, πρέπει να τονίσουμε ότι εφαλτήριο για να επιβληθεί το ύστατο αυτό μέτρο δεν είναι άλλο παρά η δήλωση της ΕΚΤ ότι σταματάει να στηρίζει τις τράπεζες. Έπειτα από την εν λόγω δήλωση, η εφαρμογή του μέτρου των capital controls αποσκοπεί στη διαχείριση του διάχυτου πανικού και την αποτροπή της κατάρρευσης των τραπεζών μέσω των τραπεζικών αργιών για ορισμένες ημέρες.
Ταυτόχρονα, η επιβολή τους συσχετίζεται με την θέση περιορισμών στις ημερήσιες αναλήψεις μετρητών και στις μεταφορές κεφαλαίων στο εξωτερικό. Βέβαια, οι ηλεκτρονικές μεταφορές χρημάτων επιτρέπονται υπό την προϋπόθεση ότι τα κεφάλαια θα μένουν εντός Ελλάδας. Ως εκ τούτου, το έκτακτο αυτό μέτρο συνδέεται άρρηκτα με τροχοπέδη στην ελεύθερη κίνηση χρηματικών ποσών και υποδηλώνει μία ασταθή κατάσταση πολιτικής απορρύθμισης.

Ολοκληρώνοντας, τα capital controls δεν επιβάλλονται στη βάση ενός συγκεκριμένου σχεδίου. Σαφώς, δεδομένου ότι συνδέονται με έκτακτες συνθήκες και ραγδαίες οικονομικοπολιτικές αλλαγές, δεν υπάρχουν χρονικά περιθώρια για την άρση των capital controls. Αντίθετα, η διαδικασία άρσης επιβολής τους εξετάζεται ανά διαστήματα με βασικό γνώμονα την ομαλοποίηση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Επομένως, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα μέτρο επείγουσας ανάγκης, η όποια εκ των προτέρων κρίση για τις οικονομικές εξελίξεις που σχετίζονται με αυτό δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί πιθανολόγηση και απλό ενδεχόμενο. Οι μετέπειτα εξελίξεις θα σκιαγραφήσουν με περισσότερη σαφήνεια το χρόνο λήξης των capital controls και τον τρόπο αποκατάστασης των ισορροπιών της ελληνικής οικονομίας.

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο φάσμα εργαλείων για να βελτιωθεί η ικανότητα των κρατών μελών στον τομέα της καταπολέμησης της φορολογικής απάτης και της φοροδιαφυγής. Τα εργαλεία αυτά περιλαμβάνουν τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφορικά με τη βελτίωση της διαφάνειας, την ανταλλαγή πληροφοριών και τη διοικητική συνεργασία, τη σύσταση συντονισμένων δράσεων στα κράτη μέλη -ιδίως σχετικά με τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό και τους φορολογικούς παραδείσους- και ειδικές ανά χώρα συστάσεις στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου.
Στο σημείο αυτό πρέπει να μνημονευθεί ότι το σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στηρίζεται στην αρχή της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών. Κατέχοντας το παγκόσμιο προβάδισμα στο προαναφερθέν θέμα, η Ένωση σχεδίασε ήδη από το 2003 την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, εφαρμόζοντας την συγκεκριμένη δράση στη φορολόγηση των αποταμιεύσεων ήδη από το έτος 2005. Έτσι, η συνεργασία των κρατών μελών μέσω του καθιερωμένου συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει στα κράτη μέλη να ελαχιστοποιούν τις πρόσθετες επιβαρύνσεις για τις φορολογικές διοικήσεις και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και να εξασφαλίζουν ταχεία και συνεκτική εφαρμογή σε ολόκληρη την Ένωση.
Επιπροσθέτως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναπτύξει αξιόπιστα λογισμικά συστήματα για ηλεκτρονικές μορφές ανταλλαγής πληροφοριών και ασφαλείς διαύλους επικοινωνίας. Μάλιστα, η διαδικασία αυτή επικαιροποιείται διαρκώς και επεκτείνεται σε ένα όλο και πιο ευρύ φάσμα έτσι ώστε να καλύπτει όλα τα είδη εσόδων στο πλαίσιο της Οδηγίας περί διοικητικής συνεργασίας, ήτοι της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 αναφορικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας).
      Η προαναφερθείσα Οδηγία, η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου, προβλέπει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σε πέντε νέους τομείς από το έτος 2015, ήτοι στον τομέα του εισοδήματος από απασχόληση, στις αμοιβές διοικητικών στελεχών, στα προϊόντα ασφάλειας ζωής, στις συντάξεις, την κυριότητα ακίνητης περιουσίας και το εισόδημα από αυτήν. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι η εν λόγω Οδηγία απέκλεισε τη δυνατότητα άρνησης παροχής πληροφοριών με επίκληση του τραπεζικού απορρήτου. Έτσι, ακόμη και αν οι κρίσιμες πληροφορίες κατέχονται από τις τράπεζες, οι κυβερνήσεις οφείλουν να συνεργαστούν ανταλλάσσοντας πληροφορίες.
 Ακόμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προχωρήσει και σε ορισμένα ακόμη μέτρα για την καταπολέμηση φορολογικών στρεβλώσεων. Στα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνεται η Οδηγία της Ε.Ε. για τη φορολόγηση των αποταμιεύσεων καθώς και οι συμφωνίες της ΕΕ σχετικά με τις αποταμιεύσεις στην Ελβετία, το Λιχτεστάιν, την Ανδόρα, το Μονακό και τον Άγιο Μαρίνο, οι οποίες ισχύουσες από το έτος 2005 αποβλέπουν στην εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ της Ε.Ε. και των προαναφερθέντων χωρών.
Τέλος, την επίμονη προσπάθεια της Ένωσης να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα φορολογικών ατασθαλιών των πολιτών της, γίνεται απόλυτα σαφής εάν λάβουμε υπόψη μας την Οδηγία 2014/48/ΕΕ του Συμβουλίου της 24ης Μαρτίου 2014 για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις. Η τελευταία τροποποίησε την προγενέστερη Οδηγία 2003/48/ΕΚ και εισήγαγε μία άκρως ρηξικέλευθη διάταξη. Συγκεκριμένα, προκειμένου να περιοριστούν οι περιπτώσεις φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής προβλέπει την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και τον καταλογισμό των φορολογικών βαρών στα πρόσωπα που είναι εταίροι ή μέτοχοι αυτής όταν παρατηρούνται καταχρηστικές συμπεριφορές αποσκοπούσες σε φοροαποφυγή, για παράδειγμα όταν το εν λόγω πρόσωπο καταχρηστικά επιλέγει ως τόπο της καταστατικής του έδρας ή και της πραγματικής του διοίκησης ορισμένο φορολογικό παράδεισο.

Εν κατακλείδι, η Ένωση με τις δικαιικές της επιλογές και την ταχύτατη αντίδρασή της στην έξαρση των φαινομένων φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής βελτίωσε σημαντικά την κατάσταση των φορολογικών στρεβλώσεων εντός του ενωσιακού χώρου. Η ανταλλαγή των πληροφοριών συνέβαλε αποτελεσματικά προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, οι δράσεις της Ένωσης πρέπει να στηρίζονται από την απαιτούμενη πολιτική βούληση καθώς και τη διοικητική ικανότητα των επιμέρους κρατών μελών έτσι ώστε η διασύνδεση και η διαλειτουργικότητα μεταξύ των συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών να είναι όχι μόνο άμεση αλλά και ουσιαστική για την επίτευξη του στόχου.

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Οι ενδοομιλικές συναλλαγές υπό το πρίσμα του ελληνικού και του βρετανικού φορολογικού συστήματος

            
Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας οδήγησε στην αύξηση του διασυνοριακού εμπορίου και των διεθνών συναλλαγών καθώς και στον πολλαπλασιασμό των διακρατικών επενδύσεων. Η κινητήρια δύναμη για την κατάσταση αυτή είναι η βελτίωση των τηλεπικοινωνιών και των πληροφοριακών συστημάτων, η μείωση του κόστους μεταφορών καθώς επίσης και η ανάπτυξη νέων οικονομιών αγοράς σε δυτικές και ανατολικές χώρες. Τα γεγονότα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις διαφορετικών κρατών να επιλέγουν να συνδέονται μεταξύ τους αυξάνοντας έτσι τη δυναμικότητά τους και βελτιώνοντας τα οικονομικά τους αποτελέσματα. Στα πλαίσια αυτά εμφανίστηκε το φαινόμενο των ενδοομιλικών συναλλαγών.
            Το βασικό θέμα που προκύπτει από τις ενδοομιλικές συναλλαγές και καλείται να αντιμετωπίσει ο εθνικός σε συνεργασία με τον ενωσιακό Νομοθέτη είναι η μεταφορά των κερδών σε χώρα άλλη από αυτή όπου θα έπρεπε τα τελευταία να φορολογηθούν εάν δεν είχαν λάβει χώρα οι ενδοομιλικές συναλλαγές. Στόχος της μεταφοράς αυτής είναι να αποφευχθεί η φορολογία των κερδών αυτών σε ορισμένο κράτος και να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή φοροαποφυγή. Συνεπώς, όταν οι ενδοομιλικές συναλλαγές κινούνται εκτός των νομίμων ορίων και κατευθυντήριων αρχών που η Ένωση χαράσσει γεννούν ζήτημα καταχρηστικού επηρεασμού της εκάστοτε εθνικής φορολογικής αρμοδιότητας με αποτέλεσμα τη φοροδιαφυγή.
            Πιο αναλυτικά, η περί ενδοομιλικών συναλλαγών εθνική νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ελλάδας, διαμορφώθηκε με την ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 αναφορικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας. Η τελευταία αυτή Οδηγία, αξιοποιώντας τα επιτεύγματα της προγενέστερης και πλέον καταργηθείσας οδηγίας υπ’αριθμ. 77/799/ΕΟΚ, προβλέπει σαφέστερους και ακριβέστερους κανόνες, οι οποίοι θα διέπουν τη διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών. Βασικός στόχος της είναι να επιτευχθεί -ιδίως στην ανταλλαγή πληροφοριών- ευρύτερο πεδίο διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται ώστε να υπάρχουν σαφέστεροι κανόνες και να καθίσταται δυνατή η κάλυψη όλων των φυσικών και νομικών προσώπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβανομένου υπόψη του συνεχώς διευρυνόμενου φάσματος νομικών οντοτήτων στις οποίες δεν συγκαταλέγονται μόνο τα παραδοσιακά μορφώματα αλλά και κάθε νέο μέσο που ενδέχεται να συστήσουν οι φορολογούμενοι στα κράτη μέλη. Έτσι, με την διοικητική συνεργασία των κρατών μελών επιδιώκεται η πρόληψη φαινομένων φορολογικών στρεβλώσεων εντός του ενωσιακού χώρου.
            Επιπλέον, αναφερόμενοι στις κατ’ιδίαν διατάξεις της προαναφερθείσας οδηγίας τονίζεται ότι οι τελευταίες στοχεύουν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής αντιμετώπισης των δυσμενών επιπτώσεων της συνεχώς αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης της εσωτερικής αγοράς. Μάλιστα, η αύξηση των διασυνοριακών συναλλαγών των φορολογουμένων στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνιστά τροχοπέδη στον ορθό προσδιορισμό των οφειλόμενων φόρων εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους προκαλώντας ζητήματα διπλής φορολόγησης και επιτείνοντας τα φαινόμενα της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής. Με την υπ’αριθμ. Οδηγία 2011/16/ΕΕ, η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στη νομοθεσία της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου, εκσυγχρονίστηκε το υφιστάμενο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας καταλαμβάνοντας ταυτόχρονα ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής αφού ισχύει για όλους τους φόρους παντός τύπου και για όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου όλων των νομικών μορφωμάτων που υπόκεινται στους φόρους που καλύπτονται από την υπό ανάλυση Οδηγία.
            Το θέμα των ενδοομιλικών συναλλαγών ή –όπως πιο συχνά αναφέρεται με τον αντίστοιχο αγγλικό όρο- «transfer pricing», συνιστά ένα από τα πρωταρχικά ζητήματα του διεθνούς φορολογικού δικαίου, ιδιαίτερα όσον αφορά στη φορολογική μεταχείριση πολυεθνικών επιχειρήσεων. Πιο αναλυτικά, ο όρος «ενδοομιλικές συναλλαγές» αναφέρεται στις συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Προβλήματα φορολογικού δικαίου προκύπτουν όταν οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις μέσω ενδοομιλικών συναλλαγών μεθοδεύουν την  μείωση της φορολογικής βάσης των συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή μεθοδεύουν την υπαγωγή των εισοδημάτων τους στη φορολογία συγκεκριμένου κράτους. Σαφώς, οι ενδοομιλικές συναλλαγές σχετίζονται άμεσα με την με το θέμα της διεθνούς διπλής φορολογίας καθώς επίσης και με το πρόβλημα της φοροαποφυγής.
            Εστιάζοντας την προσοχή μας στον όρο «συνδεδεμένη επιχείρηση», διευκρινίζεται ότι αυτός προσδιορίζεται εννοιολογικά στο άρθρο 9 της προαναφερόμενης Σύμβασης του Ο.Ο.Σ.Α. και τόσο ο Έλληνας όσο και ο Βρετανός νομοθέτης υιοθέτησαν τον συγκεκριμένο ορισμό. Για το λόγο αυτό στον ελληνικό  Ν. 2190/20, ο Έλληνας νομοθέτης όρισε ως «συνδεδεμένες» επιχειρήσεις εκείνες μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική. Πιο συγκεκριμένα, σχέση μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική υπάρχει όταν μια μητρική επιχείρηση:
α) είτε έχει την πλειοψηφία του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου της άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης, έστω και αν η πλειοψηφία αυτή σχηματίζεται ύστερα από συνυπολογισμό των τίτλων και δικαιωμάτων που κατέχονται από τρίτους για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης (πλειοψηφική συμμετοχή),
β) είτε ελέγχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου της άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης ύστερα από συμφωνία με άλλους μετόχους ή εταίρους της επιχείρησης αυτής (συμβατικός έλεγχος),
γ) είτε συμμετέχει στο κεφάλαιο της άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης και έχει το δικαίωμα, είτε άμεσα, είτε μέσω τρίτων, να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών των οργάνων διοίκησης της θυγατρικής αυτής επιχείρησης (διορισμός μελών),
δ) είτε ασκεί δεσπόζουσα επιρροή στην άλλη (θυγατρική) επιχείρηση. Δεσπόζουσα επιρροή υπάρχει όταν η μητρική επιχείρηση διαθέτει, άμεσα ή έμμεσα, δηλαδή μέσω τρίτων που ενεργούν για λογαριασμό της επιχείρησης αυτής, τουλάχιστον το 20% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου της θυγατρικής και, ταυτόχρονα, ασκεί κυριαρχική επιρροή στη διοίκηση ή τη λειτουργία της τελευταίας.
            Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις περιπτώσεις β και γ της παραγράφου 5, του άρθρου 42ε του εν λόγω νόμου, «συνδεδεμένες» επιχειρήσεις είναι κάθε μια από τις θυγατρικές ή τις θυγατρικές των θυγατρικών των επιχειρήσεων με σχέση μητρικής προς θυγατρική, ασχέτως αν μεταξύ των θυγατρικών αυτών δεν υπάρχει απευθείας δεσμός συμμετοχής.
            Ακόμη, ορίζονται ως «συνδεδεμένες» επιχειρήσεις και κάποιες που δεν συνδέονται με σχέσεις μητρικής προς θυγατρική, αλλά εμπίπτουν στην υποχρέωση ενοποίησης βάσει του άρθρου 96, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου. Αυτές είναι εκείνες που:
 α) είτε έχουν τεθεί υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν σύμβασης που έχει συναφθεί με την πρώτη (μητρική) επιχείρηση ή σύμφωνα με τους όρους του καταστατικού τους,
β) είτε τα διοικητικά, διαχειριστικά ή εποπτικά όργανα της (θυγατρικής) επιχείρησης, αποτελούνται κατά πλειοψηφία από τα ίδια πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα κατά τη διάρκεια της χρήσης στην (μητρική) επιχείρηση.
            Εξάλλου, στο Ν. 4172/13 ως «συνδεδεμένες» ορίστηκαν οι επιχειρήσεις που:
 α) Συνδέονται λόγω της συμμετοχής της μίας στην άλλη επιχείρηση, κατέχοντας άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια, ή συμμετοχή στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου.
β) Συνδέονται με κάθε άλλη επιχείρηση που κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου σε μία από τις «συνδεδεμένες» επιχειρήσεις.
γ) Συνδέονται με κάθε άλλο πρόσωπο με το οποίο υπάρχει σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή το πρόσωπο αυτό ασκεί καθοριστική επιρροή ή έχει τη δυνατότητα καθοριστικής επιρροής στη λήψη των αποφάσεων της επιχείρησης ή σε περίπτωση που και τα δύο πρόσωπα-επιχειρήσεις έχουν σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή δυνατότητα καθοριστικής επιρροής από τρίτο πρόσωπο.
            Ακόμα διευκρινίζεται ότι η έννοια του «Συνδεδεμένου» προσώπου, φυσικού ή νομικού, επαναδιατυπώθηκε με το άρθρο 2: «Ορισμοί», του Ν4172/13 «Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος», η ισχύς του οποίου ορίστηκε για διαχειριστικές χρήσεις που ξεκινούν από 01/01/2014. Βάσει του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου «συνδεδεμένο» πρόσωπο ορίζεται το κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), το οποίο συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο άλλου προσώπου, το οποίο είναι συγγενικό ή με το οποίο συνδέεται.
            Αντίστοιχα, με τον ίδιο τρόπο γίνεται ο προσδιορισμός της ίδιας έννοιας στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου. Ειδικότερα, στην CTA 2010 (S1124) ορίζεται ποιες θεωρούνται συνδεδεμένες επιχειρήσεις («joint ventures») με τον ίδιο τρόπο όπως και στην ελληνική νομοθεσία. Βέβαια, η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου απαιτεί το ποσοστό συμμετοχής της μίας στην άλλη επιχείρηση να είναι τουλάχιστον σαράντα τοις εκατό (40%), βάσει αξίας ή αριθμού και όχι τριάντα τρία τοις εκατό (33%), όπως στα πλαίσια της ελληνικής νομοθεσίας.
            Συμπερασματικά, στην ελληνική νομοθεσία καθώς και στην αντίστοιχη του Ηνωμένου Βασιλείου ενσωματώθηκε η Οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 προκειμένου να αντιμετωπιστούν συντονισμένα και αποτελεσματικά φορολογικές στρεβλώσεις που προκαλούνται από τις ενδοομιλικές συναλλαγές. Βέβαια, οι δύο χώρες υιοθέτησαν διαφορετικά ποσοστά απαιτούμενης συμμετοχής για την τεκμηρίωση ύπαρξης συνδεδεμένων επιχειρήσεων λόγω των διαφορών της οικονομίας και των δικαιικών επιλογών της κάθε χώρας. Ωστόσο, η διαφορά αυτή δεν αναιρεί την κοινή στάση των δύο χωρών απέναντι στο ζήτημα των ενδοομιλικών συναλλαγών καθώς επίσης και την προσπάθειά τους να επιλύονται τέτοιου είδους θέματα βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας και των συντονισμένων ενεργειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Η ρωγμή του τραπεζικού απορρήτου ως μέτρο πρόληψης των φορολογικών στρεβλώσεων

 Η καταπολέμηση της φορολογικής απάτης και φοροδιαφυγής αποτελεί βασική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, στα πλαίσια εξασφάλισης της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της αμεροληψίας των φορολογικών συστημάτων, η Ένωση, κινούμενη επάνω στους άξονες που χάραξε ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, ανέπτυξε σημαντική δράση με στόχο την άρση του τραπεζικού απορρήτου, όποτε αυτό καθίσταται αναγκαίο για την πάταξη φαινομένων φορολογικών στρεβλώσεων.
Αν και η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση ήταν ήδη εμφανής από το έτος 2010, τρία χρόνια αργότερα, ήτοι το 2013 παρατηρείται μία απόλυτα συντονισμένη δράση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με στόχο την κάμψη των αντιδράσεων ορισμένων κρατών μελών, τα οποία τηρώντας άκαμπτη την αρχή του τραπεζικού απορρήτου δημιουργούσαν ένα ευνοϊκό οικονομικό και φορολογικό περιβάλλον στο έδαφός τους. Έτσι, το 2013 ουσιαστικά επιβλήθηκε η άρση του τραπεζικού απορρήτου σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης, όποτε αυτό είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση της φοροαποφυγής ή την πάταξη οικονομικών εγκλημάτων, όπως η φοροδιαφυγή.
Στη συνέχεια, το έτος 2014, η Ένωση προχώρησε ένα βήμα παραπέρα εκδίδοντας Οδηγία σύμφωνα με την οποία, εφόσον ένα πρόσωπο φυσικό ή νομικό έχει κατοικία ή έδρα στην Ένωση, ακόμα και εάν προχωρά σε άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού σε χώρα εκτός Ένωσης, επιτρέπεται να γίνει άρση του τραπεζικού απορρήτου για τους λογαριασμούς που αφορούν σε αυτό το πρόσωπο. Με τον τρόπο αυτό η Ένωση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της αδιαφάνειας στις οικονομικές συναλλαγές και της καταχρηστικής μεταφοράς κεφαλαίων σε φορολογικούς παραδείσους με μοναδικό στόχο την φοροαποφυγή. Έτσι, οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί έχουν προχωρήσει στη διαμόρφωση ενός ιδιαίτερα αποτελεσματικού ηλεκτρονικού συστήματος για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κυβερνήσεων όχι μόνο των κρατών μελών αλλά και των τρίτων χωρών αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τις διατραπεζικές συναλλαγές.
Επιπροσθέτως, είναι αξιοσημείωτο ότι οι συνεργαζόμενες με την Ένωση χώρες και οι εκτός νομισματικής Ένωσης χώρες, όπως για παράδειγμα η Νορβηγία,  ανταλλάσσουν πληροφορίες με τις χώρες της Ένωσης επί οικονομικών ζητημάτων ενώ ταυτόχρονα είτε δεν προχωρούν σε άνοιγμα λογαριασμού σε πρόσωπο που δεν παρουσιάζει στενό σύνδεσμο με το έδαφός τους είτε θέτουν ως προϋπόθεση την κατάθεση μεγάλου ποσού αρχικής κατάθεσης, όπως για παράδειγμα 100,000 ευρώ.
Τέλος, τρίτες χώρες, ήτοι οι χώρες εκτός Ένωσης δεν είναι απαραίτητο να έχουν υιοθετήσει την άρση του τραπεζικού απορρήτου αλλά η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης έχει ως επακόλουθο το σχετικό κράτος μέλος να αποκτά αρμοδιότητα να προβεί σε άρση αυτού, όποτε από το σύνολο των ενδείξεων πιθανολογείται η υιοθέτηση αντικοινωνικών συμπεριφορών, ήτοι συμπεριφορών φοροαποφυγής, ή η τέλεση φορολογικών εγκλημάτων.
Συμπερασματικά, υπό τις ισχύουσες στην Ένωση συνθήκες, η αρχή του τραπεζικού απορρήτου υφίσταται ρωγμές ενώ η ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στις εθνικές κυβερνήσεις με αντικείμενο τις οικονομικές συναλλαγές των πολιτών τους καθίσταται κανόνας εντός του ενιαίου ενωσιακού χώρου.




Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Το ελληνικό περιβάλλον επενδύσεων: Μέρος Β': Φορολογία εισοδήματος προσωπικών εταιρειών, εταιρειών του αστικού δικαίου και ιδιαίτερων νομικών μορφών του εμπορικού δικαίου

Δεδομένου ότι οι επενδύσεις στην Ελλάδα δύνανται να πραγματοποιούνται υπό τη μορφή όχι μόνο κεφαλαιουχικών εταιρειών, αξίζει να αναφερθούμε στη φορολογία εισοδήματος των προσωπικών εταιρειών, ήτοι στη φορολογία εισοδήματος των ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιρειών καθώς επίσης και στη φορολογία των κοινωνιών αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, των αστικών κερδοσκοπικών ή μη εταιρειών, των συμμετοχικών ή αφανών εταιρειών καθώς και των κοινοπραξιών. Δεδομένου ότι για τις ατομικές επιχειρήσεις ισχύει η ίδια κλίμακα φορολογίας με τις ως άνω εταιρείες, παρά το γεγονός ότι δεν αναφερόμαστε ρητά σε αυτές, τονίζεται ότι η πλειοψηφία των φορολογικών διατάξεων που ισχύουν επί προσωπικών εταιρειών -και αναλύονται ακολούθως- εφαρμόζονται και επί ατομικών επιχειρήσεων.
            Σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκούν οι προσωπικές εταιρείες φορολογούνται στο σύνολό τους στην πηγή με έναν ιδιαίτερο τρόπο κλιμακωτής φορολογίας. Συγκεκριμένα, εάν τα εν λόγω νομικά πρόσωπα τηρούν απλογραφικά βιβλία, τα συνολικά κέρδη τους φορολογούνται στην πηγή κλιμακωτά. Έτσι, με συντελεστή είκοσι έξι τοις εκατό (26%) φορολογούνται τα κέρδη μέχρι ποσού πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 ευρώ) ενώ με συντελεστή τριάντα τρία τοις εκατό (33%) φορολογούνται τα κέρδη άνω των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 ευρώ). Ως εκ τούτου, με την επιβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτά τα νομικά πρόσωπα για τα συγκεκριμένα κέρδη. Από την άλλη πλευρά εάν τα προαναφερθέντα νομικά πρόσωπα τηρούν διπλογραφικά βιβλία τα κέρδη τους επιβαρύνονται με φόρο με συντελεστή ύψους είκοσι έξι τοις εκατό (26%).
Σαφώς, για τη διαμόρφωση μίας ολοκληρωμένης εικόνας για το φορολογικό περιβάλλον πρέπει να τονίσουμε εν συντομία ορισμένες ειδικότερες πτυχές του ελληνικού φορολογικού συστήματος. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τη φορολογία των διανεμόμενων στους εταίρους κερδών, τονίζεται ότι ο όρος «μερίσματα» περιλαμβάνει και το εισόδημα από εταιρικά δικαιώματα, στα οποία περιλαμβάνονται και εταιρικά μερίδια. Έτσι, τα εισοδήματα από μερίσματα έχουν παρακράτηση φόρου με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) -όπως άλλωστε προαναφέρθηκε- με την ακολούθως αναφερόμενη διάκριση.
Από τη μία πλευρά, εάν τα μνημονευόμενα ανωτέρω πρόσωπα τηρούν απλογραφικά βιβλία, με την επιβολή του φόρου εισοδήματος με συντελεστή 26% για τα κέρδη της εταιρείας έως ποσού πενήντα χιλιάδων (50,000.00) ευρώ και 33% για τα κέρδη άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ, εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των προσώπων που μετέχουν σε αυτά τα νομικά πρόσωπα για τα συγκεκριμένα κέρδη. Ως εκ τούτου, δεν παρακρατείται πρόσθετος φόρος 10% από τους δικαιούχους των κερδών αυτών.
Από την άλλη πλευρά, εάν τα συγκεκριμένα πρόσωπα τηρούν διπλογραφικά βιβλία, σε περίπτωση διανομής κερδών στους εταίρους τους και εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους, παρακρατείται φόρος εισοδήματος με συντελεστή 10%, ο οποίος αποδίδεται το αργότερο μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής της υποκείμενης σε παρακράτηση πληρωμής. Ακόμα, είναι σημαντικό να διασαφηνιστεί ότι στα υπό εξέταση νομικά πρόσωπα, εάν δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας περί διανομής κερδών, όλα τα κέρδη θεωρούνται διανεμόμενα και συνεπώς επιβάλλεται παρακράτηση φόρου ύψους δέκα τοις εκατό (10%). Έτσι, με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων φυσικών προσώπων.
Ακόμα, αξίζει να αναφερθούμε συνοπτικά και στις αμοιβές των διοικητικών τους οργάνων, ήτοι στις αμοιβές των διαχειριστών τους. Πιο συγκεκριμένα, οι αμοιβές που καταβάλλονται στους Διαχειριστές των προσωπικών εταιρειών και των αστικών εταιρειών, των κοινοπραξιών και των κοινωνιών που ασκούν επιχείρηση φορολογούνται με την κλίμακα των μισθωτών, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 15 του Ν. 4172/2013.


Για τον κατάλληλο επενδυτικό σχεδιασμό των σκέψεων και των ιδεών σας, μη διστάσετε να απευθυνθείτε στους εξειδικευμένους συμβούλους της ADVANCED COSNULTANTS A.E., οι οποίοι με τις γνώσεις και την πείρα τους θα σας βοηθήσουν να ελιχθείτε στην πολυδαίδαλη φορολογική νομοθεσία.


Το ελληνικό περιβάλλον επενδύσεων: Μέρος Α': Φορολογία εισοδήματος κεφαλαιουχικών εταιρειών

Εστιάζοντας την προσοχή μας στο φορολογικό σύστημα της Ελλάδας θα πρέπει να παρατεθούν ορισμένα εισαγωγικά σχόλια. Ειδικότερα, στα πλαίσια της ελληνικής νομοθεσίας περί φορολογίας εισοδήματος υπήρχε πάντοτε διαχωρισμός ανάμεσα στον τρόπο φορολόγησης των φυσικών προσώπων και των νομικών προσώπων, σαφώς συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιουχικών εταιρειών. Στο Ν. 2238/1994 - ο οποίος έχει πλέον αντικατασταθεί από το Ν. 4172/2013- συμπεριελήφθησαν τόσο οι διατάξεις φορολογίας φυσικών προσώπων, όσο και εκείνες για τη φορολογία των νομικών προσώπων χωρίς ωστόσο να αλλάξουν οι κύριοι γνώμονες αυτών. Συνεπώς, από το φορολογικό έτος 2014 –που σύμφωνα με τα προγενέστερα νομοθετήματα καλούνταν «χρήση»- , οι νομοθετικές ρυθμίσεις περί φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων ανευρίσκονται στο Ν. 4172/2013, ήτοι στο νέο Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
            Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να αναλύσουμε τις κομβικής σημασίας διατάξεις του Κ.Φ.Ε. αναφορικά με την φορολογία των κεφαλαιουχικών εταιρειών. Αρχικά, σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του Ν. 4172/2013, τα συνολικά κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν όλα τα νομικά πρόσωπα φορολογούνται στην πηγή με συντελεστή φόρου εισοδήματος είκοσι έξι τοις εκατό (26%). Ο φόρος αυτός αποδίδεται από την εταιρεία στην αρμόδια Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών  (Δ.Ο.Υ.) με την ετήσια φορολογική δήλωση της εταιρείας, η οποία υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέχρι και την τελευταία ημέρα του έκτου μήνα από το τέλος του φορολογικού έτους.
            Επίσης, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι κατ’άρθρο 71 παρ. 1 του Ν. 4172/2013, με βάση τη δήλωση που υποβάλλει το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα, βεβαιώνεται ποσό ίσο με το ογδόντα τοις εκατό (80%) του φόρου που προκύπτει στη δήλωση για το φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους.
Ακριβώς αυτά που αναφέρθηκαν λεπτομερώς για τις ανώνυμες εταιρείες ισχύουν και για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης καθώς και για τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες. Συγκεκριμένα, στις τελευταίες αυτές μορφές κεφαλαιουχικών εταιρειών επιβάλλεται φορολογία στο σύνολο των κερδών τους στην πηγή με συντελεστή 26%. Μάλιστα, με βάση την υποβαλλόμενη ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος βεβαιώνεται ποσό ίσο με ογδόντα τοις εκατό (80%) του φόρου αναφορικά με το φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου έτους.
            Ακόμα, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα θέματα που αν και δεν αφορούν στην φορολογία εισοδήματος κεφαλαιουχικών εταιρειών, σχετίζονται με αυτή καθώς αναφέρονται είτε στη φορολογία εισοδήματος των εταίρων ή μετόχων αυτής είτε στη φορολογία εισοδήματος των μελών του διοικητικού της οργάνου.
            Πιο αναλυτικά, ξεκινώντας από τις ανώνυμες εταιρείες, υπογραμμίζεται ότι τα διανεμόμενα στους μετόχους κέρδη υπάγονται σε φορολογία. Με άλλα λόγια, τα φορολογηθέντα στην πηγή συνολικά καθαρά κέρδη της ανώνυμης εταιρείας -με συντελεστή 26%-, όταν διανέμονται στους μετόχους ως μέρισμα, έχουν επιπροσθέτως παρακράτηση φόρου ύψους δέκα τοις εκατό (10%). Μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 3 του Ν. 4172/2013, η παρακράτηση του προαναφερθέντος φόρου εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου του μερίσματος ενώ παράλληλα ο φόρος αυτός αποδίδεται το αργότερο έως το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής της υποκείμενης σε παρακράτηση πληρωμής.
            Ένα ακόμα ενδιαφέρον θέμα που αξίζει να παρουσιαστεί είναι η φορολόγηση των αμοιβών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 1-3 και 23α παρ. 2 του Κ. Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών προκύπτει η διάκριση των αμοιβών που καταβάλλονται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας σε τρεις κατηγορίες. Αφενός, διακρίνουμε τις αμοιβές που χορηγούνται από τα κέρδη της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Κ.Ν. 2190/1920. Αφετέρου, ειδική ρύθμιση υπάρχει για κάθε άλλη αμοιβή καταβαλλόμενη στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία για να εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας ως έξοδο πρέπει να εγκριθεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης. Τρίτον, στο άρθρο 24 παρ. 3 του Κ.Ν.2190/1920 υφίσταται ειδική ρύθμιση για τις αμοιβές που καταβάλλονται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τις παρεχόμενες από αυτά υπηρεσίες στην εταιρεία βάσει ειδικής σχέσης μισθώσεως εργασίας ή εντολής, η οποία εγκρίνεται με ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης.
            Βάσει του άρθρου 12 παρ. 2 περίπτωση δ΄ του νέου Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, οι αμοιβές που καταβάλλονται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας αποτελούν εισόδημα από μισθωτή εργασία και ως εκ τούτου υπάγονται σε παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με την κλίμακα του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 4172/2013 αφορόν στο φορολογικό συντελεστή του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες. Επιπροσθέτως, δεν πρέπει να παραληφθεί ότι οι αμοιβές αυτές εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας, όπως ακριβώς και οι δαπάνες μισθοδοσίας. Επομένως, όλες οι αμοιβές που παρέχονται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και βαρύνουν την εταιρεία, έχουν παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την κλίμακα φορολογίας μισθωτών, οριζόμενη στο άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 4172/2013.
            Επίσης, οι αμοιβές μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που προκύπτουν από τη διανομή κερδών της ανώνυμης εταιρείας αποτελούν μέρισμα και υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), όπως άλλωστε αναφέρθηκε ανωτέρω. Έπειτα από την παρακράτηση του εν λόγω φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση για τις συγκεκριμένες αμοιβές των φυσικών προσώπων – μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που τις λαμβάνουν.
            Επιπλέον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα των αμοιβών της διοίκησης. Πιο συγκεκριμένα, βάσει των άρθρων 62 παρ. 1 περίπτωση δ΄ και 64 παρ. 1 περίπτωση δ΄, οι πληρωμές για τις αμοιβές της διοίκησης έχουν παρακράτηση φόρου με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%). Σαφώς, στις αμοιβές διοίκησης δεν περιλαμβάνονται οι οποιεσδήποτε αμοιβές προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας  αλλά μόνο οι αμοιβές διοικητικής υποστήριξης, οργάνωσης, αναδιοργάνωσης, κ.λπ. αποκαλούμενες με τον αγγλικό όρο: «management fees».
            Έπειτα από τα ανωτέρω οφείλουμε να κάνουμε μία σύντομη μνεία και σε θέματα σχετικά με τη φορολογία εισοδήματος των εταίρων και διαχειριστών των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών. Ειδικότερα, κατ’ αντιστοιχία με τις ανώνυμες εταιρείες, τα φορολογηθέντα στην πηγή συνολικά καθαρά κέρδη ορισμένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με συντελεστή είκοσι έξι τοις εκατό ( 26% ), όταν διανέμονται στους εταίρους ως μέρισμα, έχουν επιπρόσθετη παρακράτηση φόρου ύψους δέκα τοις εκατό ( 10% ), το οποίο βαρύνει τους εταίρους. Βέβαια, με την συγκεκριμένη παρακράτηση φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου του μερίσματος ενώ παράλληλα η απόδοση του φόρου αυτού συντελείται το αργότερο έως το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής της υποκείμενης σε παρακράτηση πληρωμής. Ακόμα, επισημαίνεται ότι τα καθαρά κέρδη των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου.
Τέλος, δεδομένου ότι το διοικητικό όργανο των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών είναι ο Διαχειριστής τους, ο οποίος ασκεί καθήκοντα εκπροσώπησης και διοίκησης της εταιρείας, οι αμοιβές που καταβάλλει η Ε.Π.Ε. καθώς και η Ι.Κ.Ε. στον Διαχειριστή για την άσκηση των καθηκόντων του φορολογούνται σύμφωνα με την κλίμακα των μισθωτών, βάσει του άρθρου 15 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

            Για μία λεπτομερέστερη παρουσίαση του ελληνικού επενδυτικού περιβάλλοντος μη διστάσετε να απευθυνθείτε στην ADVANCED CONSULTANTS A.E. και τα έμπειρα στελέχη της. Κοντά μας θα βρείτε απαντήσεις και λύσεις στα επενδυτικά, οικονομικά και φορολογικά σας ζητήματα.