Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Το φορολογικό περιβάλλον της Κύπρου υπό το πρίσμα των πρόσφατων οικονομικών ανακατατάξεων

               

    Η Κύπρος, επίσημα η Κυπριακή Δημοκρατία, είναι μία χώρα που χαρακτηρίζεται για το εξορθολογισμένο φορολογικό της σύστημα και την αναπτυξιακή κυβερνητική πολιτική της. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η οικονομική ευμάρεια και η προσέλκυση ξένων επενδύσεων στην Κύπρο ήταν ανέκαθεν βασικοί στόχοι των κυβερνητικών παραγόντων της, για την επίτευξη του οποίων προκρίνεται η υιοθέτηση ευέλικτων φορολογικών διαδικασιών και η επιλογή χαμηλών φορολογικών συντελεστών. Έτσι, ο διεθνοκεντρικός χαρακτήρας της κυπριακής νομοθεσίας προτάσσει την ανάπτυξη φιλικής προς τους επενδυτές φορολογικής στρατηγικής.
Επιπλέον, η Κύπρος έχοντας εναρμονίσει το φορολογικό της δίκαιο με αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευκολύνει ουσιαστικά την ελεύθερη κυκλοφορία Ευρωπαίων πολιτών και κεφαλαίων εντός της επικράτειάς της. Ενώ έχει υιοθετήσει με το βέλτιστο δυνατό τρόπο τα προκρινόμενα από τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες μέτρα, ταυτόχρονα έχει διατηρήσει ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της φορολογικής πολιτικής της καθιστώντας το έδαφός της πρόσφορο για επιχειρηματική ανάπτυξη και διεύρυνση των επενδυτικών οριζόντων κάθε ενδιαφερόμενου. Έτσι, η συνετή προσαρμογή των δικαιικών επιλογών της προς αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη στην Κύπρο ενός φορολογικού συστήματος φιλικού προς τους εξωχώριους επενδυτικούς παράγοντες.
Έπειτα από τα προαναφερθέντα αξίζει να αναφερθούμε κατ’ιδίαν σε ορισμένα καίριας σημασίας στοιχεία της φορολογικής νομοθεσίας που οδηγούν στη δημιουργία ενός όχι απλά ευνοϊκού αλλά άκρως ελκυστικού φορολογικού περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, διεπόμενο τόσο από τα εθνικά νομοθετήματα όσο και από μία σειρά σπουδαίων Οδηγιών και Ευρωπαϊκών Κανονισμών, το κυπριακό φορολογικό σύστημα χαρακτηρίζεται από τις απλουστευμένες φορολογικές διαδικασίες που προβλέπει και τους αναπτυξιακούς φορολογικούς κανόνες που συγκεντρώνει. Ειδικότερα, όσον αφορά στο φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει από εταιρικά σχήματα, η κυπριακή νομοθεσία αφουγκράζεται τις σύγχρονες οικονομικές ανακατατάξεις ορίζοντας τον δείκτη ετήσιου φόρου εισοδήματος εταιριών σε 12,5%, δηλαδή σε έναν από τους χαμηλότερους δείκτες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάλιστα, για τις ναυτιλιακές εταιρείες υιοθετείται ένας ακόμη χαμηλότερος δείκτης ανερχόμενος στο 4,25%. Ακόμα, τα εταιρικά έξοδα απαλλάσσονται από τη φορολογία καθώς φόρος επιβάλλεται μόνο στο καθαρό εισόδημα. Ωστόσο, στα έξοδα διασκέδασης, όπως είναι τα έξοδα για τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια υπάρχει πλαφόν πέραν του οποίου τα εν λόγω έξοδα φορολογούνται. Επίσης, ιδιαίτερα σημαντική είναι η νομοθετική διάταξη που επιτρέπει οι ζημίες να μεταφέρονται σε επόμενες εταιρικές χρήσεις και ως εκ τούτου να μειώνονται οι φορολογικές επιβαρύνσεις των επόμενων χρήσεων. Επίσης, ενδιαφέρον είναι να σημειωθεί ότι τα εταιρικά κέρδη υπόκεινται σε διπλή φορολογία επιβαλλόμενη τόσο σε εταιρικό επίπεδο, δηλαδή όταν τα αποκτά η εταιρεία, όσο και σε προσωπικό επίπεδο, δηλαδή επί του προσωπικού φορολογητέου εισοδήματος μετά τη διανομή τους ως μερισμάτων στους εταίρους.
Περνώντας τώρα στο φορολογητέο εισόδημα των φυσικών προσώπων υπογραμμίζεται ότι ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών είναι κλιμακούμενος. Με άλλα λόγια, έως το ποσό των 19.000 ευρώ δεν επιβάλλεται φόρος εισοδήματος. Σαφώς, τα ποσά της συμμετοχής στην κοινωνική ασφάλιση, των δωρεών σε αναγνωρισμένα ιδρύματα και της συνδρομής στα αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εκπίπτουν από τη φορολογία. Στη συνέχεια, τα ετήσια εισοδήματα έως 28.000 ευρώ φορολογούνται με συντελεστή 20% ενώ για εισοδήματα έως 36.300 ευρώ ο δείκτης φόρου αυξάνεται στο 25%. Τέλος, για εισοδήματα άνω των 36.301 ευρώ ο συντελεστής φορολογίας ορίζεται στο 30%.
Αναφορικά με τα μερίσματα, η κυβέρνηση τεκμαίρει ότι το 70% των κερδών της εταιρείας –μετά τη φορολόγησή τους- θα διανεμηθεί στους εταίρους μέσα σε δύο έτη. Για το λόγο αυτό, τα μερίσματα που διανέμονται στους εταίρους που έχουν την κατοικία τους στην Κύπρο φορολογούνται με Ειδική Αμυντική Εισφορά με επιβάρυνση ύψους 15%. Ως εκ τούτου είτε η εταιρεία επιλέγει να διανέμει τα κέρδη της ως μερίσματα είτε να τα επενδύει εκ νέου, το 70% των εταιρικών κερδών φορολογούνται ως μερίσματα σε κάθε περίπτωση.
Έπειτα από όλα τα ανωτέρω αξίζει να αναφερθούμε στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), ο οποίος αυξήθηκε έπειτα από τις πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις. Ο υφιστάμενος βασικός συντελεστής αυτού του φόρου ανέρχεται στο 19% χωρίς βέβαια να λείπουν οι περιπτώσεις αγαθών και υπηρεσιών που δεν επιβαρύνονται με φόρο προστιθέμενης αξίας, όπως για παράδειγμα ορισμένα βασικά είδη τροφής, καθώς επίσης και οι περιπτώσεις όπου επιβάλλεται μειωμένος δείκτης φόρου. Ως προς τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές διευκρινίζεται ότι όταν αποκτών το αγαθό ή λαμβάνων την υπηρεσία είναι εταιρεία εδρεύουσα εντός του ενωσιακού χώρου δεν επιβάλλεται Φ.Π.Α και παράλληλα, οι πωλήσεις σε πελάτες με κατοικία ή συνήθη διαμονή σε μη κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιβαρύνονται με Φ.Π.Α.
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να γίνει λόγος για το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τον προαναφερθέντα έμμεσο φόρο. Πρόκειται για το γνωστό ως «VAT Information Exchange System», συχνά αποκαλούμενο «VIES». Το σύστημα αυτό εισήχθει με πρωτοβουλία του Ενωσιακού Νομοθέτη προκειμένου να αποτρέψει την καταχρηστική συμπεριφορά σχετικά με τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές με μηδενικό συντελεστή Φ.Π.Α. Συγκεκριμένα, οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο διαθέτει V.A.T. No. και πωλεί αγαθά ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλο νομικό πρόσωπο που διαθέτει V.A.T. No. και εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος οφείλει να δηλώνει όλες τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές που γίνονται κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού μηνός. Επομένως, η εταιρεία που προβαίνει σε ενδοκοινοτικές πωλήσεις αγαθών ή παροχή υπηρεσιών οφείλει να διατηρεί εγγραφές με τα στοιχεία των πελατών της που διαθέτουν VAT No και τις σχετικές πωλήσεις. Συνακόλουθα, δύναται να υπαχθεί οποτεδήποτε σε έλεγχο για τις συναλλαγές αυτές από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές.
Παράλληλα, ενδιαφέρον είναι ότι στην Κύπρο δεν επιβάλλεται φόρος κερδών κεφαλαίου σε ενώσεις που ασχολούνται με τραπεζικές και συνεταιριστικές εργασίες. Ωστόσο, ο δείκτης φόρου κερδών κεφαλαίου σχετικά με την εμπράγματη ιδιοκτησία ορίζεται στο 20% και ταυτόχρονα με το ίδιο ποσοστό φόρου επιβαρύνεται η πώληση των εταιρικών μεριδίων εταιρείας που κατέχει εμπράγματη ιδιοκτησία.
Βέβαια, αξίζει να μνημονευθεί ότι εάν ένα φυσικό πρόσωπο πωλήσει την δηλωθείσα ως πρώτη του οικία ή την οικία στην οποία κατοικεί, απαλλάσσεται από το φόρο κερδών κεφαλαίου. Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή προσδιορίζεται ένα πλαφόν για το απαλλασσόμενο από τη φορολογία ποσό με συγκεκριμένους φορολογικούς μηχανισμούς.
Ολοκληρώνοντας την αναφορά μας στους κατ’ιδίαν φόρους οφείλουμε να κάνουμε μία έστω σύντομη μνεία σε ειδικά φορολογικά θέματα που εντοπίζονται στην κυπριακή νομοθεσία. Πιο αναλυτικά, τα μερίσματα που δίδονται από μία εταιρεία σε μία άλλη δεν φορολογούνται και το ίδιο ακριβώς συμβαίνει για τα μερίσματα που καταβάλλονται σε πρόσωπα που δεν έχουν την κατοικία τους στην Κύπρο. Αντίθετα, μερίσματα που δίδονται σε κατοίκους της Κύπρου φορολογούνται με συντελεστή 15%. Επιπλέον, οι τόκοι καταθέσεων φορολογούνται με δείκτη φόρου 10%. Εξαίρεση στον προαναφερθέντα κανόνα αποτελεί η φορολογία των κρατικών ομολόγων που ανέρχεται μόλις στο 3%. Επίσης, οι καταθέσεις φυσικών προσώπων με ετήσιο εισόδημα χαμηλότερο των 7.000 ευρώ εξαιρούνται από την φορολογία. Ειδική αναφορά θα πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι εάν ο Διευθυντής ή τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μίας εταιρείας έχουν δανειστεί χρήματα από την τελευταία, η Κυβέρνηση τεκμαίρει ότι η εταιρεία λαμβάνει τόκο ύψους 9% επί του δανεισθέντος ποσού και ως εκ τούτου ο τόκος αυτός φορολογείται με δείκτη 10%.
Επιπλέον, το ενδιαφέρον της κυπριακή κυβέρνησης για την οικονομική άνθηση των δρώντων προσώπων –φυσικών και νομικών- εντός της επικράτειάς της αποδεικνύει το γεγονός ότι έχει υπογράψει με μεγάλο αριθμό χωρών –στις οποίες συγκαταλέγεται και η Ελλάδα- διμερείς συμβάσεις για την απαλλαγή από τη διπλή φορολογία. Ακόμα, η Κύπρος έχει μεριμνήσει για την φοροδιαφυγή θεσπίζοντας αυστηρούς κανόνες ελέγχου των οικονομικών δεδομένων και τη σύννομη φορολογική λειτουργία των εταιριών.
Συμπερασματικά, όλες οι ανωτέρω δικαιικές επιλογές και πρωτίστως το ενδιαφέρον της ίδιας της Κυπριακής Κυβέρνησης για τους δρώντες στην επικράτειά της συνετέλεσαν στη συγκρότηση ενός ισορροπημένου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος διεπόμενο από ευνοϊκές προς τους επενδυτές διατάξεις. Έτσι, με τη δίκαιη φορολογική πολιτική της κατέστησε το έδαφός της πόλο έλξης επιχειρηματικών παραγόντων.





Επιμέλεια: Σκυτιώτη Σωτηρία





Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Η φορολογική αντιμετώπιση των εταιρειών υπό το πρίσμα της ευρωπαϊκής νομοθετικής πολιτικής

  

Στο χώρο της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας ταυτόχρονα με τα φυσικά πρόσωπα συνυπάρχουν και δραστηριοποιούνται τα νομικά πρόσωπα. Η ιδιαίτερα εμφανής παρουσία των τελευταίων στον τομέα των οικονομικών συναλλαγών με στοιχεία διεθνικότητας είχε ως αποτέλεσμα την επίμονη και ίσως επίπονη ενασχόληση  του νομοθέτη για τη διαμόρφωση του κατάλληλου νομικού πλαισίου ώστε όχι μόνο τα πρόσωπα αυτά να διευρύνουν την οικονομική τους δράση αλλά να παρέχεται παράλληλα και η μέγιστη δυνατή προστασία στους εκάστοτε ασθενέστερους συναλλασσόμενους.
 Στη διαμόρφωση του εν λόγω νομοθετικού πλαισίου συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό τόσο οι διεθνείς δεσμεύσεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και η νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων -πλέον Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης-. Πιο συγκεκριμένα, ενώ βάσει των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων τα κράτη μέλη συνάπτουν διμερείς ή πολυμερείς συνθήκες φιλίας, εμπορίου και ναυτιλίας με άλλα κράτη,  ο ενωσιακός νομοθέτης λαμβάνει μέτρα για την φορολογική εξυγίανση των νομικών προσώπων με πραγματική δράση εντός της Ένωσης. Ο συγκερασμός της συμβατικής αυτονομίας των κρατών μελών με τις υποχρεώσεις τους που προκύπτουν από την «ιδιότητά» τους ως μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ως αποτέλεσμα μία ενδιαφέρουσα τροπή της ευρωπαϊκής φορολογικής νομοθεσίας.
Πιο αναλυτικά, η πρόσφατη εκδοθείσα Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης αποκαλύπτει το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την φορολογική επίβλεψη των εταιρειών που αν και έχουν την πραγματική τους έδρα εντός της εδαφικής κυριαρχίας της, εντούτοις επιλέγουν ως καταστατική έδρα μία τρίτη χώρα. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη Οδηγία τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν τα αναγκαία μέτρα έτσι ώστε εταιρείες που έχουν την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους στο έδαφός τους αλλά την καταστατική τους έδρα σε τρίτη χώρα να φορολογούνται βάσει των φορολογικών νόμων των κρατών μελών. Προβλέπεται, λοιπόν, για πρώτη φορά στα πλαίσια της ευρωπαϊκής φορολογικής πολιτικής μία ρήτρα άρσης του νομικού πέπλου των εταιρειών ώστε οι τελευταίες να φορολογούνται στο κράτος όπου πράγματι δραστηριοποιούνται.
Βέβαια, στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι γίνεται διάκριση ανάμεσα στις εταιρείες που έχουν καταστατική και πραγματική έδρα σε κάποιο κράτος μέλος του ενωσιακού χώρου και σε αυτές που αν και έχουν πραγματική έδρα εντός της Ένωσης, έχουν επιλέξει ως καταστατική έδρα το έδαφος τρίτου κράτους. Με άλλα λόγια, για την  υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων, αγαθών και κεφαλαίων, οι εταιρείες που έχουν πραγματική και καταστατική έδρα εντός των ορίων της ενωσιακής έννομης τάξης είναι υποκείμενες στους φορολογικούς νόμους του κράτους όπου έχουν την καταστατική τους έδρα. Αντίθετα, σε όσες εταιρείες έχουν επιλέξει ως καταστατική έδρα τρίτη χώρα αλλά η κεντρική διοίκηση ή η κύρια εγκατάστασή τους εντοπίζεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία καλεί τα μέλη της να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να μην παρακάμπτονται οι φορολογικοί της κανόνες.
Φυσικά, τα κράτη μέλη δεν έχουν προχωρήσει ακόμα στην εναρμόνιση των εσωτερικών τους νομοθεσιών με την υπό κρίση Οδηγία. Ωστόσο, η νομοθετική δραστηριότητα των μηχανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η νομολογιακή ερμηνεία των Ευρωπαϊκών Κανονισμών παρουσιάζουν εναργώς την τάση φορολογικής επίβλεψης και ίσως «ενωσιακού παρεμβατισμού» πλέον όχι μόνο στα φυσικά αλλά κυρίως στα νομικά πρόσωπα. Η υλοποίηση της τάσης αυτής και τα αποτελέσματα που θα έχει στον τομέα των επενδύσεων και των οικονομικών είναι ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει έντονες ανησυχίες. Εν τέλει, το πού ακριβώς θα «σταθεί η μπίλια» για την εξισορρόπηση αφενός της ανάγκης  για φορολογικό εξορθολογισμό των εταιρειών με πραγματική έδρα εντός της Ένωσης και αφετέρου της επιθυμίας για απρόσκοπτη επενδυτική επέκταση των εταιρειών θα κριθεί μάλλον σε πρακτικό επίπεδο στο προσεχές μέλλον.

Ολοκληρώνοντας, η πολυδιάστατη φύση των ζητημάτων των νομικών προσώπων –ιδίως των εταιρειών- και οι ανάγκες που η ύπαρξή τους καλύπτει δεν θα μπορούσε παρά να καθιστά επιτακτική την υιοθέτηση ενός ευέλικτου συστήματος κανόνων, οι οποίοι θα επιτρέπουν στα νομικά αυτά πρόσωπα να εκπληρώνουν με αποτελεσματικότητα το σκοπό τους όχι μόνο στον εσωτερικό ενωσιακό χώρο αλλά και στο διεθνή. Αυτή ακριβώς η ανάγκη ενδέχεται θα ωθήσει τελικά τον εθνικό Νομοθέτη αλλά και τον ενωσιακό Δικαστή να προβεί στην προώθηση ενός δυαδικού συστήματος κανόνων συγκρούσεως κατά το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις θα προάγεται η εφαρμογή του δικαίου της πραγματικής έδρας και σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις η εφαρμογή του δικαίου της καταστατικής έδρας.