Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Η ΣΩΣΤΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΝΟΣ ΜΕΛΟΥΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Σήμερα, οι επιχειρηματίες στην Ελλάδα δεν έχουν αντιληφθεί τη σημασία της σωστής επιλογής των προσώπων που θα απαρτίζουν το Διοικητικό Συμβούλιο της επιχείρησής τους και για το λόγο αυτό καταφεύγουν σε λύσεις εύκολες και πολλές φορές επικίνδυνες ή ακόμα και βλαπτικές για την οικονομική και λειτουργική πορεία της εταιρείας.

       Η συνήθης πρακτική για τη συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου είναι η επιλογή ατόμων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, τα οποία σε καμία περίπτωση δε συνάδουν με τον αποφασιστικό ρόλο ενός τόσο σπουδαίου διαχειριστικού οργάνου για την λειτουργική ανέλιξη της εταιρείας. Ειδικότερα, προτιμάται η επιλογή ατόμων που δεν θα «ενοχλούν» ή θα είναι πιο «διαχειρίσιμα» ώστε με αυτό τον τρόπο, να ακυρώνεται την ουσιαστική διοίκηση της επιχείρησης από το Διοικητικό Συμβούλιο και να προκρίνεται ένα μοντέλο διοίκησης του «ενός Ατόμου», δηλαδή του επιχειρηματία.  Έτσι, τα άτομα που επιλέγονται τελικά όχι μόνο δεν μπορούν να υποστηρίξουν τις αυξημένων απαιτήσεων υποχρεώσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, αλλά επιπλέον -με την παρουσία τους στο τελευταίο-  το καθιστούν από όργανο διοίκησης απλό φερέφωνο μίας προσωπικής γνώμης, αυτής του βασικού ή «ενεργού» μετόχου.

        Προχωρώντας σε μία εκ βαθέων και ουσιαστική αναζήτηση των αιτιών της επιλογής αυτής καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι βασικοί της λόγοι είναι δύο και σχετίζονται με την ελληνική εταιρική πολιτική και αντίληψη. Συγκεκριμένα, ο πρώτος λόγος ειναι η έλλειψη ουσιαστικής πολυμετοχικότητας, που χαρακτηρίζει τις ελληνικές επιχειρήσεις, με ελάχιστες -σχεδόν αμελητέες- εξαιρέσεις που περιορίζονται ιδίως στους μεγάλους ομίλους. Ο δεύτερος λόγος ειναι η αντίληψη του Έλληνα επιχειρηματία ότι η διοίκηση της εταιρείας του πρέπει να γίνεται με βασικό γνώμοντα της δικές του ιδέες και απόψεις αποτελώντας έτσι το μοναδικό και εξατομικευμένο κέντρο εταιρικών αποφάσεων. Μάλιστα, η ιδέα του ατομικού κέντρου αποφάσεων είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην παράδοση των ελληνικών εταιρειών, ώστε έως σήμερα ακολουθείται πιστά παρά τις συνεχώς αυξανόμενες επιρροές της πρακτικής και πολιτικής των εταιρειών άλλων ευρωπαϊκών ή και αμερικανικών κρατών που εισρέουν στον ελληνικό χώρο.

       Ωστόσο, η δυναμικότητα του εταιρικού δικαίου και οι  ραγδαίες αλλαγές στον οικονομικοκοινωνικό χώρο καθιστούν αναγκαία και επιτακτική την ανατροπή αυτής της παγιωμένης αντίληψης και τον εξορθολογισμό του τρόπου επιλογής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα βασικά στάδια της διαδικασίας αυτής αλλά και τα απαιτούμενα προτερήματα των αποτελούντων το διοικητικό όργανο της εταιρείας ατόμων αναφέρονται λεπτομερώς στη συνέχεια του παρόντος.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ;
         Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι οι πιο σημαντικοί άνθρωποι που θα «προσλάβει» η εταιρεία σας  ενώ οι αρμοδιότητές τους δεν θα είναι απλά ρυθμιστικές αλλά επιτελικές και βαρύνουσες για την περαιτέρω εξέλιξη του εταιρικού σχήματος. Στο αρχικό στάδιο της εταιρείας , το Διοικητικό Συμβούλιο  θα πρέπει:
1. Να επιλέξει τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας . Αυτό σημαίνει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το μόνο αρμόδιο όργανο  να επιλέξει για την εταιρεία έναν άλλον άνθρωπο, όχι, όμως, σαφώς τον επιχειρηματία-μέτοχο. Βασική αρμοδιότητα του Συμβουλίου είναι να ορίσει τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και να φροντίσει να ασκεί τον κατάλληλο έλεγχο στις ενέργειές του, καθιστώντας τον υπόλογο αφενός για την πορεία της εταιρείας και αφετέρου για τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό της.
2 . Να σχεδιάσει, προωθήσει ή και αποκλείσει,  σημαντικά γεγονότα στην πορεία της εταιρίας όπως, λόγου χάρη, να εισηγηθεί την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης, την απόκτηση ή εξαγορά μίας άλλης επιχείρησης καθώς και άλλα πολλά ζητήματα στρατηγικής σημασίας.
3. Να αναθέσει σε πλέον κατάλληλο άτομο και στη συνέχεια να εγκρίνει τον στρατηγικό μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της επιχείρησης.
4. Να βοηθήσει  στην ανέλιξη της εταιρείας με την πρόσληψη ιδιαίτερα καταρτισμένων και ικανών ανώτερων στελεχών ή να διαμορφώσει τις παραμέτρους των θέσεων εργασίας στην εταιρεία.
5. Να αναπτύξει, εγκρίνει και εφαρμόσει διαδικασίες  σχετικά με τις λειτουργίες της επιχείρησης , τα οικονομικά και τα επιχειρησιακά σχέδιά της.  Ανάλογα με το επίπεδο της εταιρείας και την πολυπλοκότητα της προσωπικότητας των ιδρυτών και της εκτελεστικής  ομάδα τους, έκαστο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί  να  βοηθήσει  ατομικά στην διαχείρηση μεγάλων θεμάτων, όπως για παράδειγμα να αναλάβει τη βελτίωση των σχέσεων της εταιρείας με τραπεζικά ιδρύματα,  να αναλάβει τον σχεδιασμό της ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας της εταιρείας ή την «καταπολέμηση» του  ανταγωνισμού από άλλες εταιρείες  κτλ.
       Σε μεταγενέστερο στάδιο, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να  συμμετέχουν σε διάφορες επιτροπές, όπως σε επιτροπές αποζημιώσεων, οικονομικών ελέγχων, σχεδιασμού και άλλων ειδικότερων θεμάτων έτσι ώστε να εξειδικεύονται στην επίλυση επίκαιρων οικονομικών προβλημάτων που άπτονται των ιδιαιτεροτήτων του εταιρικού δικαίου και της εταιρικής οικονομικής διαχείρισης. Με τον τρόπο αυτό κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα στην εξέλιξη της εταιρίας και η παρουσία του και βοήθειά του να είναι πραγματικά χρήσιμη  για την εταιρεία τόσο σε εσωτερικό επίπεδο, ήτοι για την διαμόρφωση του κατάλληλου επαγγελματικού και κοινωνικού περιβάλλοντος εντός της επιχείρησης, όσο και  σε εξωτερικό επίπεδο, δηλαδή, για την φήμη και το κύρος  της.   Έτσι, το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας  μπορεί να εξελιχθεί σε ένα σημαντικό όργανο άσκησης διοικητικών και διαχειριστικών εξουσιών, το οποίο θα έχει όχι μόνο εποπτικό ρόλο, αλλά θα είναι και αρωγός της επιτελικής ομάδας.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ
Η επιλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου γίνεται κατόπιν εισήγησης ορισμένου ή ορισμένων μετόχων και αποτελεί απόφαση της  Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της εταιρείας. Οι μέτοχοι θα πρέπει να επιλέξουν τα μέλη αυτά σύμφωνα συγκεκριμένα κριτήρια.

Ποιά μπορεί να είναι αυτά;
1.       Εμπειρία Αγοράς. Θέλουμε ένα μέλος που θα έχει γνώση της αγοράς, όπου δραστηριοποείται η επιχείρηση. Είναι σημαντικό να διαθέτει κάποιο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου εμπειρία της αγοράς του συγκεκριμμένου τομέα και να έχει πρόσβαση σε συνεχόμενη ροή πληροφοριών ώστε να δώσει στην επιχείρηση ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Εξάλλου, με τον τρόπο αυτό θα δύναται  να παρέχει πληροφορίες για ανθρώπους της αγοράς, που μπορουν να στελεχώσουν την επιχείρηση προωθώντας την βέλτιστη δυνατή δράση της.

2.       Λειτουργική εμπειρία. Θέλουμε μια συγκεκριμένη λειτουργική εμπειρία. Τέτοιου είδους εμπειρία διαθέτει για παράδειγμα ένας πρώην διευθυντής πωλήσεων. Άλλωστε, σίγουρα θα ήταν άκρως επωφελές για την εταιρεία κάποια  μέλη της εκτελεστικής ομάδας να συμμετείχαν σε προηγούμενο χρόνο στο Διοικητικό Συμβούλιο ή να κατείχαν καίριας σημασίας για την εταιρεία θέσεις, όπως κατέχει λόγου χάρη, ο οικονομικός διευθυντής, ο διευθυντής προσωπικού ή ο διευθυντης πωλήσεων.


3.       Συμμετοχή σε άλλες εταιρείες όχι κατ΄ανάγκη ίδιου αντικειμένου. Τα προβλήματα των επιχειρήσεων και ειδικότερα εκείνων που ξεκινούν, είναι σε σημαντικό βαθμό ομοειδή. Συνεπώς, οι άνθρωποι  που δεν έχουν βιώσει πώς στήνεται και πώς λειτουργεί μία επιχείρηση , προφανώς δεν έχουν να προσφέρουν πολλά πράγματα στην ανέλιξή της και στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της.

4.       Εμπιστοσύνη και προσωπική σχέση. Αυτή η παράμετρος είναι πραγματικά σημαντική. Οι μέτοχοι θα πρέπει να αισθάνονται πως μπορούν να εμπιστευούν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τόσο για την δυνητική προσφορά τους στην εταιρεία, όσο και για το γεγονός  πως μόνο με εμπιστευτικότητα και εχεμύθεια τα μέλη διαχειρίζονται τις εταιρικές υποθέσεις.


Ολοκληρώνοντας, ο μέτοχος, προκειμένου να επιλέξει σωστά, πρέπει να εξετάσει με σύνεση και διορατικότητα, εάν  το υποψήφιο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου έχει μια κοινή άποψη για την εξέλιξη του τομέα της δραστηριότητας της επιχείρησης καθώς και εάν ευθυγραμμίζεται η άποψή του με το όραμα και την κατεύθυνση της επιχείρησης, όπως αυτές έχουν καθοριστεί από τον ίδιο  έτσι ώστε από κοινού να οριοθετήσουν και να σχεδιάσουν την εταιρική πολιτική βασιζόμενοι σε κοινές θέσεις αλλά προσφέροντας ο καθένας και την δική του εμπειρία και γνώση. Δεδομένου ότι η επιλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου θα είναι ένα από τα ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το μέλλον της εταιρείας ουσιαστικά, η προσοχή και η επιμέλεια των μετόχων επί του ζητήματος αυτού καθίσταται επιβεβλημένη.

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Διασυνοριακές συγχωνεύσεις εταιρειών

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ

     Η ανάγκη συνεργασίας και αναδιοργάνωσης των κεφαλαιουχικών εταιρειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μίας δηλαδή έννομης τάξης χωρίς εσωτερικά όρια και σύνορα, οδήγησε τον κοινοτικό νομοθέτη στη ρύθμιση του πλαισίου διασυνοριακών συγχωνεύσεων μεταξύ κεφαλαιουχικών εταιρειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχοντας ως γνώμονα τη διευκόλυνση των εν λόγω συγχωνεύσεων με τη μείωση του κόστους των ενεργειών, την προαγωγή της ασφάλειας του δικαίου και την εξασφάλιση της δυνατότητας αυτής στο μέγιστο αριθμό επιχειρήσεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε την Οδηγία 2005/56/ΕΚ της 26ης Οκτωβρίου 2005.
          Αρχικά, ήδη από την εισαγωγή της Οδηγίας καθίσταται εμφανές ότι  άμεσος στόχος της αποτελεί η χάραξη των κατευθυντήριων γραμμών για την υλοποίηση διασυνοριακών συγχωνεύσεων χωρίς περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες και υπέρογκες δαπάνες. Μάλιστα, όσον αφορά  στον προσδιορισμό, σε περίπτωση συγχώνευσης, της εφαρμοστέας νομοθεσίας σε καθεμία από τις συγχωνευόμενες εταιρείες ορίστηκε ότι, έπειτα από τη δημιουργία της νέας οντότητας που θα προέλθει από τη συγχώνευση, εφαρμόζεται μία ενιαία εθνική νομοθεσία: η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο έχει την  έδρα της  η νέα οντότητα.
        Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2005/56/ΕΚ. Ειδικότερα, το πεδίο αυτό περιλαμβάνει τις συγχωνεύσεις κεφαλαιουχικών εταιρειών οι οποίες έχουν συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους και έχουν την καταστατική τους έδρα, την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους εντός της Κοινότητας. Βέβαια, απαραίτητος όρος για την εφαρμογή της Οδηγίας –μέσω πάντα της εθνικής νομοθεσίας- είναι ό,τι δύο τουλάχιστον εταιρείες θα πρέπει να διέπονται από το δίκαιο διαφορετικών κρατών μελών. Έτσι, με την έκδοσή της, τα κράτη μέλη υποχρεώθηκαν να προχωρήσουν στη θέσπιση κατάλληλης νομοθεσίας έτσι ώστε να είναι επιτρεπτή η διασυνοριακή συγχώνευση εθνικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με κεφαλαιουχική εταιρεία άλλου κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι η εθνική νομοθεσία των οικείων κρατών μελών επιτρέπει τις συγχωνεύσεις μεταξύ των συγκεκριμένων τύπων εταιρειών.
         Όσον αφορά στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα, η Ελλάδα, προκειμένου να εναρμονίσει την εθνική της νομοθεσία στις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας και να ενσωματώσει την τελευταία στο δικαιϊκό της σύστημα, ψήφισε τον Νόμο 3777/2009: «Διασυνοριακές συγχωνεύσεις κεφαλαιουχικών εταιρειών και άλλες διατάξεις». Οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο συγκεκριμένος νόμος αναφέρονται συνοπτικά στην συνέχεια.
      Αρχικά, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γίνει μία σύντομη περιγραφή  της διαδικασίας των διασυνοριακών συγχωνεύσεων. Σε πρώτο στάδιο, το διευθυντικό ή διοικητικό όργανο καθεμιάς από τις συγχωνευόμενες εταιρείες καταρτίζει κοινό σχέδιο διασυνοριακής συγχώνευσης, το οποίο πρέπει να υποβληθεί σε διατυπώσεις δημοσιότητας, τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την ημερομηνία σύγκλησης της γενικής συνέλευσης που θα λάβει την απόφαση περί συγχωνεύσεως. Στη συνέχεια, το διευθυντικό ή διοικητικό όργανο των συγχωνευόμενων εταιρειών συντάσσει έκθεση, όπου αναλύονται οι ειδικότερες πτυχές του σχεδίου διασυνοριακής συγχώνευσης, δηλαδή οι νομικές και οι οικονομικές συνέπειές της. Η έκθεση αυτή  τίθεται στη διάθεση των μετόχων και των εργαζομένων, ώστε να δύνανται να λάβουν γνώση της επερχόμενης εταιρικής αναδιοργάνωσης.
         Εκτός του ως άνω κοινού σχεδίου διασυνοριακής συγχώνευσης και της σχετικής έκθεσης, ο Νόμος 3777/2009 προβλέπει τη σύνταξη αντίστοιχης έκθεσης από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Βέβαια, εάν το σύνολο των εταίρων καθεμιάς από τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διασυνοριακή συγχώνευση συμφωνεί, δεν απαιτείται η εξέταση του κοινού σχεδίου διασυνοριακής συγχώνευσης και η σύνταξη σχετικής έκθεσης από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες. Τόσο η έκθεση του εμπειρογνώμονα όσο και η έκθεση για το σχέδιο διασυνοριακής συγχώνευσης πρέπει να είναι διαθέσιμες τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την ημερομηνία σύγκλησης της γενικής συνέλευσης.
      Έπειτα, με βάση τα προαναφερθέντα έγγραφα, η γενική συνέλευση κάθε εταιρείας που μετέχει στη συγχώνευση αποφαίνεται σχετικά με την έγκριση του κοινού σχεδίου διασυνοριακής συγχώνευσης και λαμβάνει απόφαση περί της υλοποίησης της συγχώνευσης. Βέβαια, για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής απαιτείται να συντελεστούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας.
        Στο σημείο αυτό αξίζει να υπογραμμιστεί ότι, εάν τελικά η συγχώνευση συμβεί, υπάρχει πρόβλεψη για ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στις αρχές, οι οποίες είναι αρμόδιες για τον έλεγχο της καταχώρισης και νόμιμης λειτουργίας των εταιρειών. Με άλλα λόγια, το αρμόδιο μητρώο για την καταχώριση της εταιρείας που προκύπτει από τη διασυνοριακή συγχώνευση ενημερώνει το μητρώο, στο οποίο καθεμία από τις εταιρείες ήταν υποχρεωμένη να καταχωρήσει τις εταιρικές πράξεις, ότι η διασυνοριακή συγχώνευση έχει πραγματοποιηθεί. Από το έτος 2014, η ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιείται μέσω του συστήματος διασύνδεσης των κεντρικών και των εμπορικών μητρώων και των μητρώων των εταιρειών, το οποίο προβλέπεται από την Οδηγία για την προστασία των εταίρων και των τρίτων. Έτσι, η παλαιά καταχώριση διαγράφεται μόλις παραληφθεί η κοινοποίηση της διασυνοριακής συγχώνευσης.
       Έπειτα από τη σύντομη αναφορά στη διαδικασία της διασυνοριακής συγχώνευσης, σκόπιμο κρίνεται να γίνει μνεία των αποτελεσμάτων της. Πιο αναλυτικά, η ολοκλήρωση της διασυνοριακής συγχώνευσης συνεπάγεται ότι οι συγχωνευόμενες εταιρείες παύουν να υφίστανται ενώ ταυτόχρονα το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού των συγχωνευόμενων εταιρειών μεταβιβάζεται στη νέα οντότητα. Παράλληλα, οι εταίροι των  εταιρειών που συγχωνεύθηκαν γίνονται εταίροι της νέας οντότητας.
      Στο σημείο αυτό είναι ενδιαφέρον να τονιστεί ότι με τη λεπτομερή ρύθμιση της διασυνοριακής συγχώνευσης των κεφαλαιουχικών εταιρειών τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο εκδηλώνεται έντονα το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής αλλά και της εσωτερικής έννομης τάξης για την ουσιαστική διασφάλιση και προαγωγή της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων εντός του ευρωπαϊκού χώρου. Η τέλεια ευρωπαϊκή ενοποίηση στον οικονομικό τομέα παρέχει σπουδαία κίνητρα για την αναδιαμόρφωση των εταιρικών σχημάτων, προκειμένου τα τελευταία όχι μόνο να βγουν αλώβητα από τις παγκόσμιες οικονομικές ανακατατάξεις αλλά και να ενισχύσουν την εμπορική δυναμικότητα και την οικονομική ευρωστία τους.
      Για εκτενέστερη ανάλυση των όρων και των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την πραγματοποίηση μίας τέτοιου είδους εταιρικής αναδιοργάνωσης και των πλεονεκτημάτων που αυτή παρέχει, απευθυνθείτε στην ADVANCED CONSULTANTS A.E. Τα άριστα καταρτισμένα και ιδιαίτερα έμπειρα στελέχη μας σε ζητήματα συγχωνεύσεων -εθνικών και διασυνοριακών- μπορούν να σας παράσχουν άκρως ρηξικέλευθες προτάσεις βασισμένες στις εξατομικευμένες ανάγκες της δικής σας επιχείρησης.
      Μάλιστα, εάν δεν διαθέτετε κεφαλαιουχική εταιρεία αλλά προσωπική εταιρεία, με την πείρα και την εμπειρία μας σε επενδυτικά και εταιρικά ζητήματα, όχι μόνο στον εθνικό αλλά και στον ευρωπαϊκό και το διεθνή χώρο, είμαστε σε θέση να σας δώσουμε τη βέλτιστη δυνατή λύση και επιλογή.
       Ολοκληρώνοντας, η ευρωπαϊκή ενωσιακή πραγματικότητα μας καλεί καθημερινά όχι μόνο να προσαρμοστούμε στις νέες οικονομικοκοινωνικές συνθήκες αλλά κυρίως να επωφεληθούμε από αυτές. Η διασυνοριακή συγχώνευση εταιρειών, αποτελώντας μία από τις πολλές δυνατότητες που παρέχει το ευρωπαϊκό εμπορικό δίκαιο, είναι μία διαδικασία που μπορεί να αποβεί άκρως συμφέρουσα για εσάς. Εάν, λοιπόν, σας ενδιαφέρει αυτή η πρόταση, απευθυνθείτε σε εμάς για να σας βοηθήσουμε να αξιοποιήσετε κάθε πτυχή και πλεονέκτημα των κοινοτικών ρυθμίσεων.

Επιμέλεια: Σκυτιώτη Σωτηρία

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Οδήγηση αυτοκινήτου με ξένες πινακίδες


Σε απόφαση του υφουπουργού Οικονομικών , κ. Μαυραγάνη ,ορίζεται ότι προϋπόθεση για τη νόμιμη κυκλοφορία από Έλληνες κατοίκους αυτοκινήτων ΙΧ με ξένες πινακίδες είναι να εργάζονται ή να επιχειρούν σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να μπορούν να οδηγούν στην Ελλάδα επιβατικό όχημα που είναι ταξινομημένο στο όνομα εταιρείας που εδρεύει στο άλλο κράτος- μέλος. 


Για την απόδειξη της ιδιότητας αυτής ο εργαζόμενος κατά τον έλεγχο θα πρέπει να προσκομίζει στην αρμόδια Αρχή ελέγχου τα ακόλουθα κατά περίπτωση δικαιολογητικά:

-η σύμβαση εργασίας μισθωτού με ξένη επιχείρηση στην οποία προβλέπεται και η χορήγηση εταιρικού οχήματος

-η σύμβαση εργασίας μη μισθωτού με επιχείρηση που εδρεύει σε χώρα της Ε.Ε.
Σε κάθε περίπτωση προσκομίζονται στην αρμόδια Αρχή ελέγχου τα ακόλουθα δικαιολογητικά:

α) Στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν την έδρα της εταιρείας και την πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητά της στο άλλο κράτος- μέλος όπου είναι εγκατεστημένη.

β) Βεβαιώσεις του οικείου ασφαλιστικού φορέα του άλλου κράτους- μέλους, στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος, καθώς και του ασφαλιστικού φορέα στην Ελλάδα αντίστοιχα, εφόσον υπάρχει.

γ) Φορολογικές δηλώσεις που έχει υποβάλει ο ελεγχόμενος, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο κράτος- μέλος όπου είναι εγκατεστημένη η εταιρεία, η οποία του έχει παραχωρήσει το επιβατικό όχημα