Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Η φορολογική αντιμετώπιση των Δικηγόρων και των Δικηγορικών Εταιρειών στην Ελλάδα υπό το νέο καθεστώς του Ν. 4172/2013


Η φορολογική αντιμετώπιση των δικηγόρων στην Ελλάδα ενέχει ορισμένα ιδιαίτερα στοιχεία. Καταρχάς, τα ιδιαίτερα αυτά στοιχεία εντοπίζονται στον τρόπο άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος. Αφενός, οι δικηγόροι είναι εκ του νόμου ελεύθεροι επαγγελματίες υπόχρεοι σε τήρηση φορολογικών βιβλίων. Αφετέρου, όμως,  δύνανται υπό τις προβλεπόμενες στον Κώδικα περί Δικηγόρων προϋποθέσεις να αποτελέσουν μία ιδιάζουσα περίπτωση μισθωτών χωρίς, βέβαια, να αποκτούν υπαλληλική ιδιότητα, σχέση που θα νόθευε την ανεξαρτησία τους.

Προχωρώντας σε μία πιο εκτενή παρουσίαση των υποχρεώσεων των δικηγόρων ως ελεύθερων επαγγελματιών τονίζεται ότι, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, οι δικηγόροι συμπεριλαμβάνονται στην ευρύτερη κατηγορία του υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται ότι φορολογούνται με δείκτη 26% επί των ετήσιων καθαρών κερδών τους, εάν τα τελευταία ανέρχονται έως το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000€). Εάν τα ετήσια εισοδήματα ξεπερνούν το προαναφερθέν ποσό, ο δείκτης φόρου αυξάνεται στο 33%.

Επίσης, στο σημείο αυτό αξίζει να γίνει μία σύντομη μνεία σε ορισμένες λεπτομέρειες με πρακτική αξία που μεταβλήθηκαν πρόσφατα. Συγκεκριμένα, οι αλλεπάλληλες τροποποιήσεις της φορολογικής νομοθεσίας από το έτος 2013 έως σήμερα είχαν ως αποτέλεσμα να καθιερωθεί η δυνατότητα συγκεντρωτικής καταχώρισης με μία εγγραφή των ημερησίων εσόδων του δικηγόρου ανεξαρτήτως είδους και σειράς στοιχείων. Ειδικότερα, τα ποσά των ακαθάριστων εσόδων και ο Φ.Π.Α, που αντιστοιχεί σε αυτά, μπορεί να καταχωρίζονται καθημερινά στις σχετικές στήλες με ένα ποσό, για κάθε ένα είδος και σειρά στοιχείων, που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα, με αναγραφή του πρώτου και τελευταίου αριθμού. Ακόμα, η αξία αγοράς και πώλησης των παγίων στοιχείων και η ιδιοχρησιμοποίηση υπηρεσιών δεν καταχωρίζονται πλέον σε ιδιαίτερο χώρο του βιβλίου εσόδων - εξόδων, αλλά σε ιδιαίτερες στήλες αυτού. Ταυτόχρονα, -προκειμένου να επιτυγχάνεται ο υπολογισμός των αποσβέσεων- σε ιδιαίτερο χώρο του βιβλίου εσόδων - εξόδων ή σε καταστάσεις καταχωρίζεται για κάθε πάγιο περιουσιακό στοιχείο, η ημερομηνία και η αξία κτήσης του, το οικείο δικαιολογητικό, ο συντελεστής απόσβεσής του, οι αποσβέσεις και η αναπόσβεστη αξία,  μέχρι τον χρόνο της εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος,   

Ένα ακόμα ζήτημα που απασχολεί πλήθος δικηγόρων, λόγω της κοινωνικής φύσης του επαγγέλματός τους, είναι η δωρεάν παροχή υπηρεσιών προς πρόσωπα του φιλικού ή συγγενικού τους περιβάλλοντος. Ως προς το ζήτημα αυτό, από 01/01/2014, ο ενδιαφερόμενος δικηγόρος δύναται μόνο να εκδίδει απόδειξη λιανικής στην οποία θα αναγράφει την ένδειξη «δωρεάν», καθώς έχει καταργηθεί η δυνατότητα έκδοσης στοιχείου αυτοπαράδοσης.

Επιπροσθέτως, οι δικηγόροι υποβάλλουν κατάσταση, για μηχανογραφική επεξεργασία και διασταύρωση πληροφοριών, με τις συναλλαγές, που πραγματοποίησαν για την επαγγελματική τους εξυπηρέτηση ή την εκπλήρωση του σκοπού τους, από αγορές αγαθών και λήψη υπηρεσιών, από παροχή υπηρεσιών και από καταβολή ή είσπραξη αμοιβών, αποζημιώσεων, οικονομικών ενισχύσεων και άλλων δικαιωμάτων. Η υποβολή της συγκεκριμένης κατάστασης για το έτος 2013 γίνεται σε ετήσια βάση, με τα συγκεκριμένα χρηματικά όρια που ίσχυαν έως 31/12/2013, ενώ από 1/1/2014 εκπληρώνεται σε τριμηνιαία βάση χωρίς ελάχιστα χρηματικά όρια.

Βέβαια, οι ως άνω υποχρεώσεις δεν επιβάλλονται και στους ασκούμενους δικηγόρους. Διότι βάσει της πρόσφατης εγκυκλίου της Γενικής Γραμματείας Εσόδων, οι ασκούμενοι δικηγόροι καθ’όλη τη διάρκεια της άσκησής τους σε δικηγορικά γραφεία ή νομικά τμήματα επιχειρήσεων και δημοσίων οργανισμών φορολογούνται ως μισθωτοί. Η διαφοροποίηση αυτή ανάμεσα στους δικηγόρους και στους ασκούμενους έγκειται τόσο στο γεγονός ότι οι δεύτεροι βρίσκονται υπό τον έλεγχο των εργοδοτών τους και επομένως οι παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες προσιδιάζουν με αυτές από εξαρτημένη εργασία όσο και στο γεγονός ότι η αμοιβή τους καταβάλλεται περιοδικά –συνήθως σε μηνιαία βάση-.

Παράλληλα, οι απασχολούμενοι δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής –ευρέως γνωστή ως πάγια αντιμισθία- φορολογούνται  όπως ακριβώς και οι μισθωτοί, σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Φυσικά, η κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων επιτρεπόμενη εξαιρετικά παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία δεν επιφέρει απώλεια της δικηγορικής ιδιότητας ούτε αποτελεί αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τα αποτελέσματα της απασχόλησης με αυτή τη μορφή σχέσης εντοπίζονται στη μη ύπαρξη υποχρέωσης έκδοσης απόδειξης παροχής υπηρεσιών από τον δικηγόρο καθώς επίσης και στη μη παρακράτηση φόρου από τον εκάστοτε Δικηγορικό Σύλλογο κατά την προείσπραξη της αμοιβής.

Στην πάροδο του χρόνου, οι σύνθετοι θεσμοί και οι διεθνοποιημένες σχέσεις της κοινωνίας και οικονομίας ανέδειξαν την ανάγκη άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος μέσα από τη συλλογικότητα. Ειδικότερα, η δημιουργία νέων θεσμών και η διόγκωση του κανονιστικού πλαισίου ώθησε  προς τη σύσταση δικηγορικών εταιρειών προκειμένου να επιτυγχάνεται με συλλογική δράση η απαιτούμενη εξειδίκευση και ο συντονισμός νομικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των σύγχρονων πολυδιάστατων νομικών προβλημάτων. Διεπόμενες από το Π.Δ. 81/2005, οι δικηγορικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στον ελληνικό αλλά και στο διεθνή χώρο προάγοντας το δικηγορικό λειτούργημα.

            Αναφερόμενοι στη φορολογική αντιμετώπιση τους στην Ελλάδα υπογραμμίζεται ότι οι τελευταίες δεν εξαιρούνται πλέον από τις κλίμακες φορολογίας που προβλέπονται για ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, κοινωνίες αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες και κοινοπραξίες. Πιο συγκεκριμένα, οι δικηγορικές εταιρείες φορολογούνται με ένα σύστημα δύο επιπέδων. Στο πρώτο επίπεδο εντάσσονται αυτές με ετήσια καθαρά κέρδη έως πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000€), φορολογούμενες με συντελεστή 26%. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται ότι μία τέτοιου είδους εταιρεία αποδίδει φόρο έως δεκατρείς χιλιάδες ευρώ (13.000€). Στο δεύτερο επίπεδο συναντούμε τις δικηγορικές εταιρείες με ετήσια κέρδη άνω των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000€), φορολογούμενες με συντελεστή 33%. Ως εκ τούτου, οι τελευταίες αποδίδουν πολύ μεγαλύτερα ποσά φόρου ετησίως σε σύγκριση με τις ανήκουσες στο πρώτο επίπεδο δικηγορικές εταιρείες. Βέβαια, τα καθαρά κέρδη των δικηγορικών εταιρειών, μετά τη φορολόγηση του ετήσιου εισοδήματος με συντελεστή 26% ή 33%, διανέμονται στους εταίρους της δικηγορικής εταιρείας απαλλαγμένα από άλλες φορολογικές υποχρεώσεις.  Σε σχέση με το χρονικό σημείο ισχύος της ως άνω κλιμακας φορολογίας υπογραμμίζεται ότι η τελευταία ισχύει από την χρήση 2013 και εφεξής.

Επιπλέον, είναι σημαντικό να παρατεθεί μία ευσύνοπτη παρουσίαση σε πρακτικής φύσεως λογιστικά θέματα. Σύμφωνα με τον Ν. 4172/2013, στις πληρωμές προς τις δικηγορικές εταιρείες δεν γίνεται πλέον παρακράτηση φόρου ύψους 20%. Ακόμα, οι εκπίπτουσες δαπάνες μεταβάλλουν σημαντικά το φορολογικό χάρτη των δικηγορικών εταιρειών. Αν και προβλέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών που συντελούνται στα πλαίσια άσκησης της δραστηριότητάς τους, οι δαπάνες μη καταβληθέντων ασφαλιστικών εισφορών εξακολουθούν να μην εκπίπτουν. Επιπλέον, εξαιρέσεις του κανόνα της έκπτωσης δαπανών συνιστούν η αγορά μεταφορικών μέσων, τα καύσιμα και τα έξοδα συντήρησής τους. Σαφώς, ο αναφερόμενος σε αυτές κατάλογος είναι εκτενής αλλά επί του παρόντος αναφέρονται ορισμένες κύριες και καίριας σημασίας εξαιρέσεις.

Ολοκληρώνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιβολή υψηλών δεικτών φορολογίας στους δικηγόρους και στις δικηγορικές εταιρείας συνιστά τροχοπέδη στη συλλογική άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και παράλληλα παραβλέπει την ιδιάζουσα φύση των νομικών υπηρεσιών. Παρ’ ότι οι σύγχρονες κοινωνικο-οικονομικές αναδιαρθρώσεις οδήγησαν στη νομοθετική αυτή επιλογή, σε άμεσο χρονικό διάστημα θα γίνει εμφανής ο αντίκτυπος της φορο-λογιστικής αυτής μεταβολής ενώ ενδέχεται οι όποιες συνέπειές της να αυτορρυθμιστούν υπό το πρίσμα των πρακτικών αναγκών του δικηγορικού λειτουργήματος και να ωθήσουν σε νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Δραστηριοποιούμενοι σχεδόν είκοσι χρόνια στον τομέα των οικονομικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών διαθέτουμε μεγάλη εξειδίκευση και εμπειρία στο φορο-λογιστικό σχεδιασμό των οικονομικών συναλλαγών και δεδομένων των δικηγόρων και των δικηγορικών εταιρειών. Έχοντας χρόνιες συνεργασίες με σπουδαίες δικηγορικές εταιρείες, τα στελέχη της ADVANCED CONSULTANTS A.E. έχουν την απαιτούμενη εφευρετικότητα, γνώση και πείρα να σας παράσχουν υπηρεσίες άριστης ποιότητας για να αντιμετωπίσετε τον κυκεώνα των σύγχρονων φορολογικών και οικονομικών ανακατατάξεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου