Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Σύγκριση φορολογικού συστήματος Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου σε μία εποχή παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

Οι δικαιικές επιλογές της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς τις θεμελιώδεις φορολογικές αρχές και τη φορολογία εισοδήματος νομικών οντοτήτων και ιδίως εταιρειών παρουσιάζει ορισμένες εύλογες ομοιότητες καθώς και συγκεκριμένες αξιοσημείωτες διαφορές. Ειδικότερα, οι βασικοί γνώμονες που θέτουν τα θεμέλια διαμόρφωσης των ως άνω επιλογών είναι δύο. Αφενός, οι νομοθετικές φορολογικές επιλογές γίνονται στη βάση της κυριαρχικής εξουσίας του καθενός εκ των δύο αυτών κρατών να ορίζουν τον τρόπο άμεσης φορολόγησης των υπαγόμενων στη δικαιοδοσία τους προσώπων, βάσει των πολιτικών τους προτεραιοτήτων και των οικονομικών τους αναγκών. Αφετέρου, ο πολλαπλασιασμός των διεθνών συναλλαγών, η διάπλαση της εσωτερικής ενωσιακής αγοράς καθώς και η παγκόσμια διάσταση των φαινομένων φορολογικών στρεβλώσεων απαιτεί τη συντονισμένη δράση κρατών –μελών ή μη της Ένωσης-. Στα πλαίσια αυτά, για την επίλυση κομβικών προβλημάτων φορολογικού ενδιαφέροντος τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξη προωθούν πολιτικές και επιβάλλουν δικαιικές επιλογές αντίστοιχα, περιορίζοντας την απόλυτη κυριαρχική εξουσία των κρατών στο θέμα της φορολογίας εισοδήματος νομικών οντοτήτων.
            Οι ως άνω άξονες οδηγούν σε μία αμοιβαία αλληλεπίδραση ανάμεσα στην εθνική και ενωσιακή νομοθεσία. Αναλυτικότερα, το φορολογικό σύστημα κάθε χώρας, αποτελώντας αντανάκλαση της οικονομικής και κοινωνικής του πολιτικής, διαμορφώνεται υπό την επίδραση των πολιτικών προτεραιοτήτων κάθε κράτους αλλά και υπό την πίεση των κοινωνικών αντιδράσεων. Έτσι, όχι μόνο η Ένωση επιβάλλει στα κράτη μέλη της την υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων και δικαιικών επιλογών στη φορολογική νομοθεσία τους αλλά ταυτόχρονα τα κράτη μέλη και οι πολίτες της Ένωσης ασκούν πιέσεις για την εφαρμογή ορισμένου ευνοϊκού φορολογικού συστήματος, που θα λαμβάνει υπόψη του τις κοινωνικές συνθήκες του τόπου όπου δραστηριοποιούνται οι πολίτες αυτοί.
            Εξάλλου, βασικό κριτήριο για να αποβεί αποτελεσματικό ορισμένο φορολογικό σύστημα είναι να είναι λογικό και δίκαιο έτσι ώστε τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα να πείθονται για την πληρωμή των φόρων και την αποφυγή φαινομένων φοροαποφυγής ή φοροδιαφυγής,  Για το λόγο αυτό, τα κράτη μέλη αφουγκραζόμενα τις επιταγές της κοινωνίας τους για φορολογικές πολιτικές συγκεκριμένων κατευθύνσεων «προβαίνουν σε ένα δημιουργικό διάλογο» με τον ενωσιακό Νομοθέτη έτσι όχι μόνο να επιτυγχάνονται η καταπολέμηση των θεμάτων φορολογικών στρεβλώσεων και να επιτυγχάνεται η διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού φορολογικού ενωσιακού συστήματος αλλά ταυτόχρονα το σύστημα αυτό να μην «απορρίπτεται» εν τέλει από τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα.
            Περνώντας τώρα στις ομοιότητες των φορολογικών συστημάτων των δύο κρατών μελών της Ένωσης, παρατηρείται ότι τα τελευταία έχουν υιοθετήσει ορισμένη κοινή φορολογική πολιτική. Ειδικότερα, στη βάση των αρχών της φορολογικής ισότητας και της φορολογικής δικαιοσύνης, επιλέγουν το σύστημα της κλιμακωτής φορολόγησης απορρίπτοντας το άκαμπτο σύστημα του ενιαίου φορολογικού συντελεστή ανεξαρτήτως ποσού εταιρικού εισοδήματος. Ταυτόχρονα, σεβόμενα την αρχή της νομιμότητας του φόρου επιβάλλουν φορολογία εισοδήματος με τυπικούς νόμους θεσπισμένους από το Κοινοβούλιο. Παράλληλα, υπό την επίδραση του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και του συγκριτικού δικαίου διαμορφώθηκε η έννοια της φορολογικής κατοικίας με συγκεκριμένα κριτήρια που απαντώνται στις νομοθεσίες και των δύο κρατών. Με την δικαιική αυτή επιλογή η συνεργασία των δύο κρατών σε θέματα αποφυγής διπλής φορολογίας των υποκειμένων στο φόρο προσώπων που δραστηριοποιούνται και στα δύο κράτη ευοδώνεται αποτελεσματικά, πάντα υπό το πρίσμα της ενωσιακής ολοκλήρωσης και της επιτυχούς διαμόρφωσης της Εσωτερικής Αγοράς.
Παράλληλα, κατ’ουσία, η φορολογητέα ύλη που επιλέγουν να ορίσουν τα δύο κράτη είναι η ίδια. Πρόκειται για τα φορολογικά και όχι τα λογιστικά κέρδη που προκύπτουν από την εμπορική και βιομηχανική δραστηριότητα κάθε προσώπου. Άλλωστε, δεδομένου ότι οι ενώσεις με οικονομική δραστηριότητα λαμβάνουν συνεχώς διαφορετικές μορφές, τα εθνικά αυτά κράτη -υπό την καταλυτική επίδραση των επιταγών των ενωσιακών πολιτικών- υιοθετούν στην νομοθεσία τους την έννοια «νομική οντότητα» και όχι μόνο την έννοια «νομικό πρόσωπο». Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η φορολογία εισοδήματος των ενώσεων με οικονομική δραστηριότητα που ακόμα και αν δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα κατά το δίκαιο του ενός ή του άλλου κράτους αποκομίζουν κέρδη φορολογητέα με την νομοθεσία περί εταιρικού εισοδήματος.
Άλλωστε, η προβληματική περί φορολόγησης των νομικών οντοτήτων συνδέεται άρρηκτα με την προβληματική περί αναγνώρισης των νομικών προσώπων. Στα πλαίσια του φορολογικού δικαίου, υιοθετείται μία ευέλικτη λύση υποδεικνυόμενη από το σύστημα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου προκειμένου να μην καταστρατηγείται η εθνική φορολογική νομοθεσία των δύο προαναφερθέντων εθνικών κρατών με βάση το ζήτημα εάν ορισμένο πρόσωπο διαθέτει νομική προσωπικότητα ή όχι. Εν τέλει, βασικός στόχος της ένταξης του όρου αυτού στην ελληνική και βρετανική νομοθεσία είναι η φορολογητέα ύλη να διαλαμβάνεται με τον κατάλληλο τρόπο και η φορολόγηση των επιχειρηματικών ενώσεων να γίνεται με τρόπο αποτελεσματικό και δίκαιο.
Επιπροσθέτως, οι νομοθετικές μεταβολές στη νομοθεσία της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου επέβαλαν τη φορολόγηση των κερδών των νομικών προσώπων σε ετήσια βάση. Με άλλα λόγια, οι νομικές οντότητες δύνανται να επιλέξουν ως χρήση για τη σύνταξη των οικονομικών τους καταστάσεων διάστημα δώδεκα μηνών και όχι μεγαλύτερο. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ο φορολογικός έλεγχος των νομικών οντοτήτων με βάση οικονομικές καταστάσεις συγκεκριμένου εύλογου χρονικού διαστήματος και όχι ενός ευρύτερου χρονικού πλαισίου, κατά το οποίο επέρχονταν συχνά νομοθετικές αλλαγές.
Επιπροσθέτως, αναφορικά με τα ζητήματα των φορολογικών στρεβλώσεων τα κράτη μέλη έσπευσαν να ενσωματώσουν στο εθνικό τους δίκαιο την Οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 αναφορικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας. Με τον τρόπο αυτό, τα κράτη μέλη συνεργάζονται για τη διαμόρφωση ενός χώρου δικαιοσύνης και ασφάλειας όπου τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα θα αναπτύσσουν την επιχειρηματικής τους δράση αναλαμβάνοντας τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Έτσι, έπειτα από την υιοθέτηση της συγκεκριμένης Οδηγίας, το ζήτημα των ενδοομιλικών συναλλαγών αντιμετωπίζεται με τρόπο κοινό και από τα δύο κράτη με αποτέλεσμα αφενός την αποφυγή διπλής φορολόγησης και αφετέρου την καταπολέμηση της φορολογικής απάτης και της φοροαποφυγής, ήτοι δύο παγκόσμιων προβλημάτων.
Έπειτα από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι δύο χώρες υιοθετούν έναν όμοιο –κατά τους βασικούς άξονές του- τρόπο φορολόγησης των νομικών οντοτήτων που δραστηριοποιούνται στην επικράτειά τους. Οι ομοιότητες αυτές δικαιολογούνται από το γεγονός ότι τα δύο κράτη είναι μέλη της Ένωσης, ήτοι ορισμένης έννομης τάξης, καθώς και από τις δικαιικές προτεραιότητες που θέτουν, ήτοι την επίτευξη της ασφάλειας δικαίου και της φορολογικής δικαιοσύνης. Εξάλλου, η διαμόρφωση όμοιων συστημάτων φορολόγησης συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση για την ενίσχυση των διεθνών συναλλαγών και ιδίως των συναλλαγών εντός του ενωσιακού χώρου. Ως εκ τούτου, οι δικαιικές προτεραιότητες και οι ενωσιακές πολιτικές επιδράσεις καθιστούν εύλογες -αν όχι αναμενόμενες- τις ομοιότητες ανάμεσα στη νομοθεσία των δύο κρατών περί φορολόγησης του εισοδήματος νομικών προσώπων.
Σαφώς, τα φορολογικά συστήματα δύο κρατών όπου επικρατούν διαφορετικές κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες, δεν θα μπορούσαν να μην παρουσιάζουν διαφορές. Οι διαφορές αυτές εντοπίζονται κυρίως στο ύψος του επιβαλλόμενου φόρου. Ειδικότερα, το Ηνωμένο Βασίλειο επιλέγει έναν πιο χαμηλό συντελεστή φορολόγησης του εταιρικού εισοδήματος ενώ ταυτόχρονα προβλέπει φοροαπαλλαγές για τις εξωχώριες νομικές οντότητες που αναπτύσσουν οικονομική δράση στο εδαφός του. Η επιλογή αυτή αντανακλά την πολιτική προτεραιότητα του Ηνωμένου Βασιλείου για προσέλκυση επενδύσεων στο έδαφός του και την αποκόμιση φόρων βάσει όχι μίας εξαντλητικής για τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα νομοθεσίας αλλά βάσει των υψηλότερων κερδών που τα τελευταία εν τέλει θα αποκομίζουν και στη συνέχεια θα φορολογούνται. Με άλλα λόγια, το Ηνωμένο Βασίλειο έπειτα από την αναμόρφωση της φορολογικής του νομοθεσίας το έτος 2009, με την Corporation Tax Act 2009, επιδιώκει την προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων στο έδαφός του και κατ’ επέκταση την αποκόμιση υψηλότερων ποσών φόρου.
Από την άλλη μεριά, η Ελλάδα, προβαίνοντας στην ριζική αναμόρφωση της φορολογίας της εν μέσω πολιτικών ανακατατάξεων και οικονομικής κρίσης, υιοθέτησε έναν υψηλότερο δείκτη φόρου προκειμένου να αυξήσει τα δημοσιονομικά της έσοδα. Υπό τις συνθήκες αυτές επέλεξε ως βασικό συντελεστή φόρου τον δείκτη είκοσι έξι τοις εκατό (26%) ενώ περιόρισε τις φοροαπαλλαγές των εγχώριων νομικών οντοτήτων. Φυσικά, προβλέφθηκαν φοροαπαλλαγές για τις ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο έδαφός της ενώ συνάπτοντας πλήθος διμερών συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας επιδιώκει την διεύρυνση των οικονομικών δραστηριοτήτων των δραστηριοποιούμενων στο έδαφός της προσώπων.
Ακόμη, τα δύο κράτη επιλέγουν ως χρονικό ορίζοντα του φορολογικού τους έτους διαφορετική ημερομηνία. Ειδικότερα, ενώ η Ελλάδα ταυτίζει το φορολογικό έτος με το ημερολογιακό έτος, το Ηνωμένο Βασίλειο λόγω πολιτισμικών αιτιών επιλέγει βέβαια το διάστημα των δώδεκα μηνών ως λογιστική περίοδο, εντούτοις, επιλέγει την περίοδο από 1η Απριλίου έως 31 Μαρτίου ως φορολογικό έτος.
Ταυτόχρονα, στο ζήτημα των ενδοομιλικών συναλλαγών επιλέγονται διαφορετικά ποσοστά συμμετοχής προκειμένου δύο επιχειρήσεις να χαρακτηριστούν ως συνδεδεμένες. Αυτό συμβαίνει λόγω των διαφορετικών οικονομικών συνθηκών και των οικονομικών δυνατοτήτων των νομικών οντοτήτων των δύο κρατών.
Εντούτοις, αυτό που οφείλουμε να υπογραμμίσουμε είναι ότι αν και οι αριθμητικοί δείκτες των δύο χωρών στα ζητήματα φορολόγησης του εισοδήματος των νομικών οντοτήτων είναι διαφορετικοί, γεγονός που οφείλεται στις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες κάθε κράτους, ουσιαστικά ο τρόπος φορολόγησης και κατ’ επέκταση το φορολογικό σύστημα των δύο χωρών είναι παρεμφερές.
Σαφώς, στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί η σπουδαία επίδραση του συγκριτικού δικαίου ως προς την υιοθέτηση κοινών δικαιικών επιλογών ανάμεσα στα δύο κράτη μέλη της Ένωσης. Πιο αναλυτικά, δεδομένου ότι οι σύγχρονες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις καθιστούν αναγκαίες τις παγκοσμιοποιημένες συναλλαγές υιοθετήθηκαν κοινές λύσεις φορολόγησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας με στόχο τη διευκόλυνση και την αύξηση των οικονομικών και εμπορικών συναλλαγών. Υπό τις ίδιες συνθήκες, έχουν ληφθεί σε ενωσιακό καθώς και διεθνές επίπεδο μέτρα για την αντιμετώπιση της φορολογικής απάτης.
Φυσικά, οι κοινές αυτές λύσεις δεν οδηγούν εν τέλει στη διαμόρφωση μίας ολοκληρωτικής ενοποιήσεως των φορολογικών δικαίων των κρατών αλλά οδηγούν στην εναρμόνιση τους με τις ενωσιακές πολιτικές προτεραιότητες έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη διαμόρφωση ενός ενιαίου χώρου συναλλαγών και στην μέριμνα για τις κατ’ιδίαν ανάγκες των εθνικών κρατών και των πολιτών τους.
            Συμπερασματικά, τα δύο αυτά φορολογικά συστήματα παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες αλλά και σημαίνουσες διαφορές. Ακριβώς αυτές οι διαφορές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την υιοθέτηση μέτρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης αλλά και της καταπολέμησης των φορολογικών στρεβλώσεων. Μάλιστα, το Δικαστήριο της Ένωσης με τη νομολογία του περί θεμάτων συμβατότητας των εθνικών επιλογών με τις ενωσιακές αρχές αναμένεται να εντοπίσει τις προαναφερθείσες ισορροπίες ώστε η επιθυμία για οικονομική ανάπτυξη και πολιτική ενοποίηση να μην οδηγήσει σε μία ισοπεδωτική και εξαντλητική για τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα ενοποίηση φορολογικών συστημάτων. Έτσι, ο διάλογος του Δικαστηρίου της Ένωσης με τα εθνικά δικαστήρια αναμένεται να αποβεί καθοριστικός για τη διευθέτηση διφορούμενων θεμάτων του φορολογικού δικαίου.




Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

«Bail in» υπό την πίεση της εφαρμογής της ευρωπαϊκής Οδηγίας

Ο νεοεισαχθείσας προς ψήφιση στη Βουλή νόμος 4334/2015 δε θα μπορούσε παρά να περιέχει και διατάξεις για την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την εξυγίανση των τραπεζών. Ειδικότερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν άργησε να καταστεί μία άμεση και έντονη απειλή για την ενωσιακή έννομη τάξη. Ως εκ τούτου, ο θεματοφύλακας των συνθηκών έστρεψε την προσοχή μεταξύ άλλων και στην ανάκαμψη και εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων που δρουν εντός του ενωσιακού χώρου εκδίδοντας σχετική Οδηγία, ευρέως γνωστή ως BRRD.
Πιο αναλυτικά, η Banking Recovery and Resolution Directive συνιστά ένα νομικό κείμενο, το οποίο θέτει ως βασικό σκοπό την καθιέρωση ενός ενιαίου πλαισίου για όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης. Έτσι, επιδιώκεται σαφώς η διαχείριση των προβληματικών τραπεζών στον ενωσιακό χώρο με τρόπο αποτελεσματικό και άμεσο.
Επιπροσθέτως, εξετάζοντας συστηματικά την εν λόγω Οδηγία παρατηρείται ότι η τελευταία απαρτίζεται από δύο σκέλη. Στο πρώτο σκέλος, περιλαμβάνονται μέτρα για την ανάκαμψη ορισμένης τράπεζας έτσι ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη αναφορικά με την βιωσιμότητα της.
Στο δεύτερο σκέλος, γίνεται χρήση του όρου «εξυγίανση» περιγράφοντας ουσιαστικά την εκκαθάριση μίας τράπεζας ή επιχείρησης επενδύσεων. Με άλλα λόγια, όταν συγκεκριμένη τράπεζα φτάσει σε σημείο που δεν είναι πλέον βιώσιμη, προβλέπεται ένας τακτικός και μεθοδικός τρόπος έτσι ώστε όχι μόνο να εξυγιανθεί αλλά και να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι οικονομικές απώλειες και ο μεταδοτικός κίνδυνος αποδιοργάνωσης.
Φυσικά, η υπό κρίση Οδηγία σχετίζεται άμεσα με τα ελληνικά δεδομένα. Διότι, καθώς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει κριθεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση κινδύνου, η Οδηγία προβλέπει μέτρα για να αντιστρέψει την κατάσταση αυτή (distress). Ακόμα, όμως, και εάν κάτι τέτοιο αποβεί μάταιο, η Οδηγία ορίζει τη διαδικασία μεθοδικής εκκαθάρισης των ελληνικών τραπεζικών ιδρυμάτων περιορίζοντας τις αρνητικές συνέπειες για τον ελληνικό οικονομικό χώρο και τον κίνδυνο μετάδοσης στον ενωσιακό χώρο.
Συνοπτικά, η υπό ανάλυση Οδηγία εστιάζει στον τρόπο εξυγίανσης των τραπεζικών και επενδυτικών ιδρυμάτων θέτοντας δύο κεντρικούς γνώμονες. Αφενός, προβλέπει πώς μπορεί να αποτραπεί μία κρίση και αφετέρου πώς δύναται να γίνει ορθή και μεθοδική διαχείριση αυτής σε περίπτωση που επέλθει. Μάλιστα, στο κείμενο της Οδηγίας αυτής συναντούμε τον τεχνικό οικονομικό όρο: «bail in», ήτοι έναν όρο με διττό περιεχόμενο. Μεταφραζόμενος στα ελληνικά ως «κούρεμα» συνιστά ένα εργαλείο και ταυτόχρονα μία συνέπεια της BRRD προβλέποντας ότι όταν μία τράπεζα αντιμετωπίζει δυσκολίες πρέπει να χρησιμοποιήσει χρήματα των μετόχων της για να διασωθεί προτού στραφεί στα χρήματα των φορολογουμένων.

Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το προαναφερθέν εργαλείο και τον τρόπο λειτουργίας αυτού μη διστάσετε να απευθυνθείτε στα έμπειρα και καταρτισμένα στελέχη της ADVANCED CONSULTANTS S.A. Οι σύμβουλοί μας θα σας παράσχουν κάθε ζητούμενη πληροφορία και θα σας επιλύσουν κάθε απορία που σχετίζεται με το συγκεκριμένο θέμα και την επίπτωσή του στα δικά σας οικονομικά δεδομένα.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Αλλαγές στο φορολογικό περιβάλλον των τραπεζών στο Ηνωμένο Βασίλειο

Στον απόηχο των επαναλαμβανόμενων Eurogroup και υπό την πίεση της συνεχούς καθοδικής τάσης των χρηματιστηρίων διεθνώς, το Ηνωμένο Βασίλειο προχώρησε σε μία νομοθετική κίνηση πρωτότυπη και συνάμα διφορούμενη. Έχοντας πάντα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του την προσέλκυση ξένων επενδύσεων στο έδαφός του αποφάσισε την επιβολή φορολογικών ελαφρύνσεων σε ορισμένους τραπεζικούς και επενδυτικούς οίκους αυξάνοντας ταυτόχρονα τα φορολογικά βάρη σε άλλους οίκους.
            Πιο συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η χώρα που κατεξοχήν πριμοδοτεί την ανάπτυξη της οικονομίας της δημιουργώντας ευνοϊκό και σταθερό φορολογικό περιβάλλον για ξένους επενδυτές, σχεδιάζει την μείωση της φορολογίας στους δύο τραπεζικούς οίκους με έδρα στο έδαφός του που εξυπηρετούν την πλειοψηφία των ξένων επενδύσεων. Σαφώς, δεν θα μπορούσαμε να αναφερόμαστε σε άλλες από την HSBC και την Standard Chartered Bank, οι οποίες τα τελευταία χρόνια συνδέονται άρρηκτα με τις επενδύσεις στην αγγλική επικράτεια και κατ’επέκταση με την οικονομική ανάπτυξη του Ηνωμένου Βασιλείου. Έτσι, η Βρετανική Κυβέρνηση εξετάσει το ενδεχόμενο κατάργησης της επιβολής φορολογικών προστίμων και πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων στις προαναφερθείσες τράπεζες προκειμένου οι τελευταίες να μην προχωρήσουν σε μεταφορά της έδρας τους σε άλλο κράτος.
            Εντούτοις, στον αντίποδα της συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης σχεδιάζει την αύξηση της επιβαλλόμενης φορολογίας στις εθνικές τράπεζες. Ειδικότερα, οι νομοθετικοί παράγοντες της χώρας πρόκειται να προχωρήσουν στην αύξηση του φόρου τραπεζικών κερδών σε ποσοστό 8%.

            Δεδομένου ότι οι εν λόγω προτάσεις ενδέχεται να αποτελέσουν νομοθετική πρόβλεψη στην αρχή της νέας χρονιάς, είναι ευκόλως εννοούμενο ότι οι αντιδράσεις των εθνικών τραπεζών είναι έντονες και πιεστικές. Συνεπώς, αναμένεται να φανεί εάν η πρόβλεψη για την πρόσθετη φορολογία στις εθνικές τράπεζες θα καταστεί νομικά δεσμευτική πράξη ή θα υπάρξει επανεξέταση της πρότασης αυτής. Από την άλλη πλευρά, λόγω του αντίκτυπου της HSBC και της StanChart στην  βρετανική οικονομία εκτιμάται ότι οι προβλέψεις για τις συγκεκριμένες δεν θα τροποποιηθούν αλλά θα καταστούν ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις συνιστώντας έναν ακόμα μοχλό προσέλκυσης επενδύσεων στον βρετανικό χώρο.

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Ζητήματα συμβατότητας των capital controls με την ευρωπαϊκή νομοθεσία

Στον ενιαίο ενωσιακό χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης μέγιστο ζήτημα γεννά η επιβολή ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων. Με άλλα λόγια, η διατήρηση των λεπτών ισορροπιών ανάμεσα στον σεβασμό στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και τη διαχείριση της οικονομικής αστάθειας της ελληνικής οικονομίας αποτέλεσαν μία πρόκληση τόσο για την Ελληνική Κυβέρνηση όσο και για τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς.
            Υπό το πρίσμα των ραγδαίων εξελίξεων στην ελληνική και κατ’ επέκταση και στην ενωσιακή έννομη τάξη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απεφάνθη υπέρ της επιβολής capital controls στην Ελλάδα, ήτοι υπέρ της επιβολής περιορισμών στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων. Μάλιστα, τη θέση της αυτή στήριξε επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα παραβιάζει βέβαια την ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, ήτοι σχετικά με μία από τις βασικές ενωσιακές αρχές, αλλά η παραβίαση αυτή γίνεται χάριν της προστασίας των τραπεζών της. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι ένα τέτοιο μέτρο δικαιολογείται λόγω προστασίας του χρηματοπιστωτικού και τραπεζικού συστήματος.
            Φυσικά, η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας αποτέλεσε μία πρόκληση κύρια και επιτακτική για τη χώρα ενώ τα επιβαλλόμενα περιοριστικά μέτρα κρίθηκαν όχι μόνο απαραίτητα αλλά και ανάλογα σε σχέση με τα διακυβευόμενα αγαθά υπό τις ισχύουσες συγκυρίες.

Εντούτοις, εύλογα ανακύπτει το ερώτημα εάν η υπόστασή μας ως πολίτες της Ένωσης καταρρίπτεται μπροστά σε μία οικονομική ανακατάταξη. Πιο συγκεκριμένα, αξίζει να αναρωτηθούμε εάν μία οικονομική αναδιάρθρωση εντός ενός τμήματος του ενιαίου ενωσιακού χώρου καθίσταται πράγματι τόσο θεμελιώδης έτσι ώστε να δικαιολογεί την αφαίρεση των δικαιωμάτων μας ως πολιτών της ενιαίας Ευρώπης. Σαφώς, υπό τις παρούσες συνθήκες πρόκειται ουσιαστικά για ένα ερώτημα με πλείστους δικαιικούς άξονες και ποικίλες αξιολογικές κρίσεις. Ως εκ τούτου, οι πολιτικοοικονομικές εξελίξεις θα φωτίσουν πολλές πτυχές του ως άνω ερωτήματος και θα αναδείξουν εάν πράγματι η ευρωπαϊκή ιθαγένεια δύναται να αντιταχθεί έναντι των πολλών επιμέρους ιθαγενειών έτσι ώστε να καταστεί μια ιδιότητα με βάθος και ουσία και όχι για ένα επιφανειακό και ευάλωτο χαρακτηριστικό.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Περιορισμοί στις συναλλαγές κατά τη διάρκεια των capital controls

Οι οικονομικοπολιτικές εξελίξεις  και συνακόλουθα η επιβαλλόμενη τραπεζική αργία δεν άργησαν να προκαλέσουν έντονες κοινωνικές αναταραχές. Με αιτία την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 29ης Ιουνίου 2015, η ελληνική κοινωνία κλονίστηκε από την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και την άγνοια των επιγενόμενων συμβάντων.
            Πιο συγκεκριμένα, αφότου κατέστη απόλυτα σαφές ότι αναλήψεις άνω των εξήντα ευρώ δεν δύνανται να πραγματοποιηθούν με κανένα τρόπο ενώ πολλοί κάτοικοι της Ελλάδας δεν είναι εξοικειωμένοι με το ηλεκτρονικό περιβάλλον έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιήσουν μέσα και εφαρμογές διατραπεζικής συναλλαγής, ο πανικός και η ανησυχία επεκτάθηκε και σε άλλα ζητήματα.
            Έπειτα από τα ανωτέρω καθίσταται κατανοητό ότι εύλογα ανέκυψε το ερώτημα τι θα γίνει με τα τραπεζικά δάνεια σε περίπτωση που εκχωρηθούν σε τράπεζες του εξωτερικού. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι η δόση του τρέχοντος μηνός σε πολλά στεγαστικά δάνεια παραμένει σε εκκρεμότητα, ζήτημα τίθεται ως προς το εάν οι ξένες τράπεζες δικαιούνται να προχωρήσουν σε αναγκαστικές εκτελέσεις, ήτοι σε κατασχέσεις. Στο ερώτημα αυτό η απάντηση είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Όχι μόνο η εκχώρηση των δανείων δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί αλλά ταυτόχρονα η διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης δεν δύναται να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας.
            Επιπροσθέτως ένα δεύτερο θέμα που απασχόλησε την ελληνική αγορά και κοινωνία είναι πώς θα μπορούσαν να γίνουν μεταφορές κεφαλαίων στο εξωτερικό για λόγους άμεσης και επείγουσας ανάγκης. Ειδικότερα, για τις περιπτώσεις στις οποίες ένα έμβασμα ή μια μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό επιτρέπεται, αρμόδια να αποφασίζει ορίστηκε η Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών, η οποία συστάθηκε στο Γενικό Λογιστήριο το Κράτους. Εντούτοις, η κωλυσιεργία στη λήψη αποφάσεων και στην ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών λειτούργησε ως τροχοπέδη στη μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό ακόμα και όταν αυτή αφορούσε λόγους υγείας ή διαμονή φοιτητών στο εξωτερικό.
            Παράλληλα, οι ξένοι επενδυτές που δρουν στο ελληνικό έδαφος έθεσαν εξαρχής το ερώτημα εάν γίνονται μεταφορές κεφαλαίων από το εξωτερικό προς την Ελλάδα. Σαφώς, η απάντηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι θετική ορίζοντας ότι η μεταφορά κεφαλαίων από λογαριασμούς που τηρούνται σε αλλοδαπή τράπεζα σε λογαριασμό που τηρείται σε τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα γίνονται κανονικά. Αντίστοιχα, πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες αλλοδαπών τραπεζών χρησιμοποιούνται δίχως πρόβλημα υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό.
            Τέλος, ηχηρές αντιδράσεις προκλήθηκαν από τη δυσλειτουργία της κεφαλαιαγοράς καθόσον κατά την διάρκεια των capital controls απαγορεύτηκαν οι πωλήσεις αλλοδαπών μετοχών καθώς και η μεταφορά χαρτοφυλακίου από θεματοφύλακα στην Ελλάδα σε θεματοφύλακα του εξωτερικού.

            Συμπερασματικά, ένα πρωτοφανές δρώμενο στον ελληνικό τραπεζικό χώρο ήρθε να αναστατώσει την ελληνική πραγματικότητα και να επιφέρει κλιμακωτές αντιδράσεις και βαθμιαίες εκρήξεις στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας. Με την παρέλευση της σημερινής ημέρας και εν αναμονή της ημέρας του δημοψηφίσματος οι Έλληνες πολίτες καλούνται να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους μέχρι την έκδοση των νεότερων πολιτικοοικονομικών ειδήσεων. Οι θεμελιώδεις αρχές του δικαίου καθώς επίσης και ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα μας παρέχει μία «ασπίδα προστασίας» έναντι γεγονότων κρίσιμων και ίσως εκβιαστικών.