Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Κράτη μη συνεργάσιμα στο φορολογικό τομέα και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς σύμφωνα με τις ελληνικές εποπτικές φορολογικές αρχές

            
Οι εκτενείς συζητήσεις και η εντατική νομοθετική δραστηριότητα αναφορικά με την πάταξη της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο συνέκλιναν όλες προς μία καθοριστική για το εν λόγω ζήτημα ημερομηνία, ήτοι την 1.1.2016. Η ημερομηνία αυτή αποτελεί ορόσημο για την αντίδραση της ενωσιακής έννομης τάξης έναντι φαινομένων φορολογικών στρεβλώσεων όχι μόνο στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και σε διεθνές επίπεδο αναφορικά με τα πρόσωπα, φυσικά και νομικά, που συνδέονται με την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
            Πιο συγκεκριμένα, η 1.1.2016 έχει τεθεί ως η ημερομηνία κατά την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να ενσωματώσουν την τελευταία Οδηγία που αποσκοπεί στην πάταξη της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής σε παγκόσμιο επίπεδο και προβλέπει στοχευμένα μέτρα για τη συνεργασία των κρατών μελών επάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Μάλιστα, στην περίπτωση των νομικών προσώπων, η εν λόγω Οδηγία καθιερώνει για πρώτη φορά την άρση της νομικής αυτοτέλειάς τους σε περιπτώσεις που παραβιάζονται οι ευρωπαϊκοί κανόνες περί φορολογίας φυσικών και νομικών προσώπων και αποδεικνύεται παράνομη ή καταχρηστική μεταφορά φορολογητέων κερδών εκτός του ενωσιακού χώρου.
            Σε εθνικό επίπεδο, η Ελλάδα, προκειμένου να καταστήσει αποτελεσματική την εφαρμογή της προαναφερθείσας Οδηγίας, έπειτα από την ενσωμάτωσή της στην ελληνική νομοθεσία, προχώρησε στην έκδοση της ΠΟΛ. υπ’αριθμ. 1279/29.12.2015 με τίτλο: «Καθορισμός των μη συνεργάσιμων κρατών με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 65 του Ν. 4172/2013 για το έτος 2015.» Ειδικότερα, κατά το άρθρο 65 παρ. 3 του Ν. 4172/2013, ως μη συνεργάσιμα κράτη στο φορολογικό τομέα ορίζονται τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που η κατάστασή τους σχετικά με τη διαφάνεια και την ανταλλαγή των πληροφοριών σε φορολογικά θέματα έχει εξεταστεί από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και τα οποία δεν έχουν συνάψει και δεν εφαρμόζουν με την Ελλάδα σύμβαση διοικητικής συνδρομής στο φορολογικό τομέα ενώ παράλληλα δεν έχουν υπογράψει τέτοιου είδους σύμβαση διοικητικής συνδρομής με τουλάχιστον άλλα δώδεκα κράτη.
            Ακόμα, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί ότι η μνημονευθείσα ανωτέρω απόφαση παραθέτει λίστα με τις χώρες που κρίθηκαν ως κράτη μη συνεργάσιμα στο φορολογικό τομέα. Πρόκειται για λίστα περιλαμβάνουσα τριάντα δύο κράτη μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η Ανδόρα, ο Λίβανος, ο Μαυρίκιος, το Μονακό, η νησιωτική χώρα Μπαρμπάντος, οι νήσοι Μάρσαλ, οι Μπαχάμες, το Μπαχρέιν, η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, οι Σεϋχέλλες, η Σιγκαπούρη, οι Φιλιππίνες και το Χονγκ – Κόνγκ.
            Περνώντας τώρα σε μία ακόμα σημαντική φορολογική διάταξη του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αυτή της παραγράφου 6 του άρθρου 65 Κ.Φ.Ε., παρατηρούμε ότι ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα θεωρείται ότι υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς σε κράτος εκτός της Ελλάδας, όταν η φορολογική κατοικία του βρίσκεται σε οποιοδήποτε κράτος, ακόμη και σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον σε αυτό το κράτος είτε δεν υπόκειται σε φορολογία ή –εάν υπόκειται- δεν φορολογείται εν τοις πράγμασι είτε υπόκειται σε φόρο επί των κερδών ή των εισοδημάτων ή του κεφαλαίου, του οποίου ο συντελεστής είναι ίσος ή κατώτερος από το πενήντα τοις εκατό του συντελεστή φορολογίας νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων που θα οφειλόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας, εάν ήταν φορολογικός κάτοικος ή διατηρούσε μόνιμη εγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 6 Κ.Φ.Ε. στην Ελλάδα.
            Βασιζόμενο στην εν λόγω νομοθετική διάταξη, το Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε την ΠΟΛ. υπ’αριθμ. 1277/29-12-2015, με την οποία έγινε ο καθορισμός των κρατών που έχουν προνομιακό φορολογικό καθεστώς για το έτος 2015. Μεταξύ των τριάντα εννέα κρατών που περιλαμβάνει η λίστα της συγκεκριμένης απόφασης συγκαταλέγονται ο Άγιος Μαρίνος, η Αλβανία, οι Βερμούδες, η Βοσνία – Ερζεγοβίνη, η Βουλγαρία, οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι (ΒVI), τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ιρλανδία, το Κατάρ, η Κύπρος, το Λιχτενστάιν, οι Μαλβίδες, το Μαυροβούνιο, το Μονακό, οι Μπαχάμες, το Μπαχρέιν, οι Νήσοι Κέυμαν, οι Νήσοι Μάρσαλ, η Νήσος του Μαν, η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η Σαουδική Αραβία, οι Σεϋχέλλες και το Τζέρσεϋ.
            Σαφώς, ο αντίκτυπος των προαναφερθέντων αποφάσεων του Υπουργείου Οικονομικών για την επενδυτική δραστηριότητα των Ελλήνων υπηκόων στα κράτη που περιλαμβάνονται στις ως άνω λίστες είναι μεγάλος. Η πορεία της οικονομίας καθώς επίσης και η κινητοποίηση των ελληνικών φορολογικών αρχών αλλά και των εμπορικών και επενδυτικών παραγόντων θα καθορίσουν «πού θα σταθεί η μπίλια» κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και δικαιωμάτων και ιδίως ανάμεσα στον περιορισμό της φοροαποφυγής σε διεθνικό επίπεδο και στην ελεύθερη ανάπτυξη της οικονομικής και επενδυτικής δραστηριότητας χωρίς κρατικούς παρεμβατισμούς.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Το φορολογικό περιβάλλον της Ουγγαρίας αναφορικά με τις επιχειρήσεις

Τα τελευταία χρόνια η οικονομία της Ουγγαρίας παρουσιάζει σημαντική ανάκαμψη. Προς την κατεύθυνση αυτή οδήγησαν αφενός οι αναπτυξιακοί νόμοι για την προσέλκυση νέων επενδύσεων στο έδαφός της και αφετέρου η εξορθολογισμένη φορολογική πολιτική της. Μάλιστα, με την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη από το 2004, η Κυβέρνηση της Ουγγαρίας προχώρησε στην υιοθέτηση των φορολογικών Ευρωπαϊκών Οδηγιών στη νομοθεσία της αποκτώντας ένα σταθερό και αξιόπιστο πλαίσιο για τις εγχώριες και ξένες επενδύσεις στο έδαφός της.
            Πιο συγκεκριμένα, ο δείκτης εταιρικού φόρου ανέρχεται στο 19 % συνιστώντας έναν από τους χαμηλότερους δείκτες εταιρικής φορολογίας μεταξύ των χωρών της Ένωσης. Βέβαια, για εισοδήματα που ξεπερνούν τα 500.000 HUF, ο δείκτης φόρου μειώνεται στο 10%. Ο εν λόγω μειωμένος δείκτης φόρου συνιστά μία αναπτυξιακή οικονομική φόρμα που οδήγησε με μεγάλη αποτελεσματικότητα στην οικονομική επανόρθωση της Ουγγαρίας και την αποκατάσταση της οικονομικής της κρίσης.
            Παράλληλα, αξίζει να τονιστεί ότι τα κέρδη κεφαλαίου των εταιρειών της Ουγγαρίας προστίθενται στο τακτικό εισόδημα. Με άλλα λόγια, για τα κέρδη κεφαλαίου, το άτομο που αποκομίζει μέρισμα φορολογείται με δείκτη φόρου 16% επί του ληφθέντος μερίσματος.
            Όπως ακριβώς και στα πλαίσια του ελληνικού φορολογικού περιβάλλοντος, οι εταιρείες της Ουγγαρίας είναι υποχρεωμένες να προπληρώνουν τους φόρους κατά τη διάρκεια του χρόνου. Αναλυτικότερα, οι εκ των προτέρων πληρωμές προσδιορίζονται στη βάση των δεικτών φόρου του προηγούμενου έτους. Φυσικά, σε περίπτωση νέας εταιρείας, ο εκ των προτέρων προσδιορισμός του φόρου υπολογίζεται σύμφωνα με την πρόβλεψη των κερδών της εταιρείας για το πρώτο έτος.
            Επιπρόσθετα, στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει φόρο και για τους μισθωτούς υπαλλήλους που απασχολεί, πλέον της κοινωνικής ασφάλισης και του φόρου αλληλεγγύης. Ο εργοδότης, δηλαδή, καταβάλει φόρο με δείκτη 28% επί του μισθού του εργαζομένου ενώ ο εργαζόμενος 18,5% επί του μισθού του.

            Ολοκληρώνοντας, η Ουγγαρία έχει υιοθετήσει ένα αναπτυξιακό φορολογικό σύστημα ενώ παράλληλα έχει απλοποιήσει και κωδικοποιήσει τη φορολογικής της νομοθεσία έτσι ώστε η τελευταία να είναι κατανοητή και εύληπτη για τα υποκείμενα σε φόρο πρόσωπα. Συνακόλουθα, έχει προβλέψει έναν ιδιαίτερα χαμηλό συντελεστή εταιρικής φορολογίας έτσι ώστε η οικονομία της να αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς. Έπειτα από όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η Ουγγαρία έχει κατορθώσει να ανταπεξέλθει στην ευρωπαϊκή οικονομική κρίση ανασυνθέτοντας τις δυνάμεις της και καταπολεμώντας το δημοσιονομικό έλλειμα. Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το φορολογικό και οικονομικό περιβάλλον της Ουγγαρίας, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας. Τα καταρτισμένα στελέχη της  ADVANCED CONSULTANTS S.A. είναι σε θέση να δημιουργήσουν για εσάς το κατάλληλο business plan για την επιχείρησή σας.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Διαβίβαση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων

Το μεγίστης σημασίας ζήτημα αναφορικά με τη διαβίβαση και την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ανάμεσα στις διοικητικές αρχές κλήθηκε να επιλύσει το Δικαστήριο της Ένωσης. Ειδικότερα, με αφορμή την υπόθεση σχετικά με την φορολογική διοίκηση της Ρουμανίας, η οποία διαβίβασε τα δηλωθέντα εισοδήματα των πολιτών στο Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Ασφαλίσεως, το Δικαστήριο προχώρησε σε μία ρηξικέλευθη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και συμφερόντων.
Ειδικότερα, ο Ενωσιακός Δικαστής απεφάνθη ότι είναι υποχρεωτικό ορισμένη διοικητική αρχή να ενημερώνει τα οικεία πρόσωπα σχετικά με τη διαβίβαση των δεδομένων τους σε άλλη διοικητική αρχή προς το σκοπό επεξεργασίας τους από τη δεύτερη ως αποδέκτρια των εν λόγω δεδομένων, προκειμένου να είναι θεμιτή η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων. Μάλιστα, η σχετική ισχύουσα Οδηγία περί επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων απαιτεί ρητά να επιβάλλονται τέτοιου είδους περιορισμοί με νομοθετικά μέτρα.

Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι βασικός γνώμονας για την ανάπτυξη της προαναφερόμενης δικαστικής κρίσης είναι η ισορροπία ανάμεσα σε δύο βασικές αρχές: αφενός της αρχής της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, η οποία ρητά κατοχυρώνεται στην Σ.Ε.Ε., και αφετέρου της αρχής της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Έπειτα από την υπό κρίση στάθμιση το ΔΕΕ καταλήγει ότι για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ δύο διοικητικών αρχών κράτους μέλους και την επεξεργασία τους από αυτές απαιτείται η προηγούμενη ενημέρωση των προσώπων, τα οποία αφορά η συγκεκριμένη επεξεργασία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ δύο διοικητικών αρχών κράτους μέλους και τη μεταγενέστερη επεξεργασία τους από αυτές χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των εμπλεκόμενων προσώπων.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Ζητήματα ασφάλειας του τραπεζικού συστήματος στο διεθνή χώρο

Τα αλλεπάλληλα προβλήματα και οι διεθνείς οικονομικές κρίσεις που παρατηρούνται στην παγκόσμια οικονομία τα τελευταία χρόνια δεν θα μπορούσαν να μην επηρεάζουν το τραπεζικό σύστημα καθώς και την εμπιστοσύνη των επενδυτών προς τις τράπεζες. Με άλλα λόγια, οι ανακατατάξεις που έχουν υποστεί τα τραπεζικά συστήματα στον κόσμο γρήγορα προκάλεσαν το ερώτημα εάν υπάρχει ασφαλής τράπεζα και σε περίπτωση θετικής απαντήσεως ποια τελικά είναι αυτή.
            Αρχικά, είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι το υφεσιακό οικονομικό περιβάλλον και τα μέτρα που παίρνουν οι Κυβερνήσεις σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπισή του, εντείνουν την ανησυχία και κυρίως την καχυποψία έναντι της ασφάλειας του τραπεζικού συστήματος και των τραπεζικών ιδρυμάτων. Μάλιστα, η κρίση χρέους στην Ευρώπη και οι αναταραχές στην παγκόσμια οικονομία έθεσαν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος το ερώτημα εάν μία τράπεζα που βρίσκεται στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο φέρει τα εχέγγυα μίας ασφαλούς τράπεζας. Το ερώτημα αυτό εξετάστηκε και από τους συντάκτες περιοδικών με οικονομικοπολιτικά θέματα.
            Έπειτα από εκτενείς αναλύσεις είναι απαραίτητο να δώσουμε σε λίγες γραμμές την απάντηση στα ως άνω ερωτήματα. Ειδικότερα, είναι σαφές ότι η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από παγκόσμιες οικονομικές αλλαγές και ανακατατάξεις, γεγονός που επηρεάζει έντονα το τραπεζικό σύστημα. Εντούτοις, ορισμένες τράπεζες έχουν υιοθετήσει πλείονες δικλείδες ασφαλείας και «δραπέτευσης» από αδιέξοδες οικονομικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ότι η «Bank Nederlandse Gemeenten, (Ολλανδία)», η «Landwirtschaftliche Rentenbank,(Γερμανία)» και η «HSBC Holdings, (Βρετανία» συνιστούν τρεις τράπεζες που διασφαλίζουν σε σημαντικό βαθμό την σταθερότητα και την ασφάλεια των επενδυόμενων κεφαλαίων.

            Εν κατακλείδι, είναι φυσικό ότι οι ραγδαίες οικονομικο-πολιτικές αλλαγές επέφεραν αλυσιδωτά αποτελέσματα σε όλους τους κλάδους των χρηματοοικονομικών και της οικονομίας. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά μπόρεσαν να αντιμετωπιστούν άμεσα και αποτελεσματικά από ορισμένα καλά οργανωμένα τραπεζικά ιδρύματα. Ως εκ τούτου, οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές πρέπει να εξετάζουν το ζήτημα αυτό με ψυχραιμία, αποφεύγοντας γενικόλογες κρίσεις περί της ασφάλειας των τραπεζών και υιοθετώντας μία ευρωπαϊκά προσανατολισμένη κρίση αναφορικά με κεφάλαιά τους και τον τρόπο διαχείρισης αυτών.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Το οικονομικό περιβάλλον στη Λιθουανία

Η οικονομία της Λιθουανίας χαρακτηρίζεται από την ευνοϊκή αντιμετώπιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και ιδίως από τη διασφάλιση των ξένων επενδύσεων στο έδαφός της. Ειδικότερα, στην επικράτειά της παρέχονται απεριόριστες δυνατότητες για τις ξένες επενδύσεις ενώ η μακροχρόνια εξέλιξη των επιχειρήσεων διασφαλίζεται μέσω της αναπτυξιακής της φορολογικής και εταιρικής της νομοθεσίας. 
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το τρέχον πρόγραμμα της ιδιωτικοποίησης των βασικών κλάδων υποδομής καθιερώθηκε με κύριο στόχο την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης και την περαιτέρω αύξηση της εισροής των ξένων επενδύσεων. Μάλιστα, η αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου προγράμματος αποδεικνύεται από την σημαντική αύξηση των φιλοξενούμενων στο έδαφός της ξένων επενδύσεων καθώς από την ενίσχυση σε σημαντικό βαθμό του τραπεζικού της συστήματος.
Παράλληλα, είναι άξιο μνείας ότι η αναμόρφωση της λιθουανικής αγοράς είναι σύμφωνη με τους κανόνες του Διεθνούς Χρηματικού Κεφαλαίου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, ισότιμο μέλος των οποίων είναι η Λιθουανία. Στα πλαίσια αυτά  η Λιθουανία διασφαλίζει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και μερισμάτων κατέχοντας μία από τις πιο ταχύρρυθμα αναπτυσσόμενες οικονομίες και έναν από τους πιο ακμάζοντες ιδιωτικούς τομείς σε σχέση με το μέγεθός της στην Ευρώπη. Επίσης, δεν πρέπει να παραλειφθεί ότι η Κυβέρνηση συνέχισε να παίρνει αποτελεσματικά μέτρα για τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος, με τη μείωση της γραφειοκρατίας και με την απλούστευση των διοικητικών και φορολογικών διαδικασιών. Ταυτόχρονα, η προετοιμασία για την ένταξη της χώρας στην ΕΕ έχει επιφέρει την εναρμόνιση των νόμων και των κανονισμών με τα επίπεδα και τις πρακτικές της ΕΕ.

Συμπερασματικά, η Λιθουανία έχει τη μεγαλύτερη και την πιο εκτεταμένη οικονομία των Βαλτικών Κρατών βασισμένη κυρίως στην βαριά και ελαφριά βιομηχανία ενώ η ευρείας κλίμακας ιδιωτικοποίηση πολλών μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων βιομηχανικών και υποδομής συνεπιφέρει την αδιάκοπη εισροή επενδύσεων και το γρήγορο εκσυγχρονισμό. Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το φορολογικό της καθεστώς και το τραπεζικό της σύστημα είμαστε στη διάθεσή σας.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Σύγκριση φορολογικού συστήματος Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου σε μία εποχή παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

Οι δικαιικές επιλογές της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς τις θεμελιώδεις φορολογικές αρχές και τη φορολογία εισοδήματος νομικών οντοτήτων και ιδίως εταιρειών παρουσιάζει ορισμένες εύλογες ομοιότητες καθώς και συγκεκριμένες αξιοσημείωτες διαφορές. Ειδικότερα, οι βασικοί γνώμονες που θέτουν τα θεμέλια διαμόρφωσης των ως άνω επιλογών είναι δύο. Αφενός, οι νομοθετικές φορολογικές επιλογές γίνονται στη βάση της κυριαρχικής εξουσίας του καθενός εκ των δύο αυτών κρατών να ορίζουν τον τρόπο άμεσης φορολόγησης των υπαγόμενων στη δικαιοδοσία τους προσώπων, βάσει των πολιτικών τους προτεραιοτήτων και των οικονομικών τους αναγκών. Αφετέρου, ο πολλαπλασιασμός των διεθνών συναλλαγών, η διάπλαση της εσωτερικής ενωσιακής αγοράς καθώς και η παγκόσμια διάσταση των φαινομένων φορολογικών στρεβλώσεων απαιτεί τη συντονισμένη δράση κρατών –μελών ή μη της Ένωσης-. Στα πλαίσια αυτά, για την επίλυση κομβικών προβλημάτων φορολογικού ενδιαφέροντος τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξη προωθούν πολιτικές και επιβάλλουν δικαιικές επιλογές αντίστοιχα, περιορίζοντας την απόλυτη κυριαρχική εξουσία των κρατών στο θέμα της φορολογίας εισοδήματος νομικών οντοτήτων.
            Οι ως άνω άξονες οδηγούν σε μία αμοιβαία αλληλεπίδραση ανάμεσα στην εθνική και ενωσιακή νομοθεσία. Αναλυτικότερα, το φορολογικό σύστημα κάθε χώρας, αποτελώντας αντανάκλαση της οικονομικής και κοινωνικής του πολιτικής, διαμορφώνεται υπό την επίδραση των πολιτικών προτεραιοτήτων κάθε κράτους αλλά και υπό την πίεση των κοινωνικών αντιδράσεων. Έτσι, όχι μόνο η Ένωση επιβάλλει στα κράτη μέλη της την υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων και δικαιικών επιλογών στη φορολογική νομοθεσία τους αλλά ταυτόχρονα τα κράτη μέλη και οι πολίτες της Ένωσης ασκούν πιέσεις για την εφαρμογή ορισμένου ευνοϊκού φορολογικού συστήματος, που θα λαμβάνει υπόψη του τις κοινωνικές συνθήκες του τόπου όπου δραστηριοποιούνται οι πολίτες αυτοί.
            Εξάλλου, βασικό κριτήριο για να αποβεί αποτελεσματικό ορισμένο φορολογικό σύστημα είναι να είναι λογικό και δίκαιο έτσι ώστε τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα να πείθονται για την πληρωμή των φόρων και την αποφυγή φαινομένων φοροαποφυγής ή φοροδιαφυγής,  Για το λόγο αυτό, τα κράτη μέλη αφουγκραζόμενα τις επιταγές της κοινωνίας τους για φορολογικές πολιτικές συγκεκριμένων κατευθύνσεων «προβαίνουν σε ένα δημιουργικό διάλογο» με τον ενωσιακό Νομοθέτη έτσι όχι μόνο να επιτυγχάνονται η καταπολέμηση των θεμάτων φορολογικών στρεβλώσεων και να επιτυγχάνεται η διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού φορολογικού ενωσιακού συστήματος αλλά ταυτόχρονα το σύστημα αυτό να μην «απορρίπτεται» εν τέλει από τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα.
            Περνώντας τώρα στις ομοιότητες των φορολογικών συστημάτων των δύο κρατών μελών της Ένωσης, παρατηρείται ότι τα τελευταία έχουν υιοθετήσει ορισμένη κοινή φορολογική πολιτική. Ειδικότερα, στη βάση των αρχών της φορολογικής ισότητας και της φορολογικής δικαιοσύνης, επιλέγουν το σύστημα της κλιμακωτής φορολόγησης απορρίπτοντας το άκαμπτο σύστημα του ενιαίου φορολογικού συντελεστή ανεξαρτήτως ποσού εταιρικού εισοδήματος. Ταυτόχρονα, σεβόμενα την αρχή της νομιμότητας του φόρου επιβάλλουν φορολογία εισοδήματος με τυπικούς νόμους θεσπισμένους από το Κοινοβούλιο. Παράλληλα, υπό την επίδραση του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και του συγκριτικού δικαίου διαμορφώθηκε η έννοια της φορολογικής κατοικίας με συγκεκριμένα κριτήρια που απαντώνται στις νομοθεσίες και των δύο κρατών. Με την δικαιική αυτή επιλογή η συνεργασία των δύο κρατών σε θέματα αποφυγής διπλής φορολογίας των υποκειμένων στο φόρο προσώπων που δραστηριοποιούνται και στα δύο κράτη ευοδώνεται αποτελεσματικά, πάντα υπό το πρίσμα της ενωσιακής ολοκλήρωσης και της επιτυχούς διαμόρφωσης της Εσωτερικής Αγοράς.
Παράλληλα, κατ’ουσία, η φορολογητέα ύλη που επιλέγουν να ορίσουν τα δύο κράτη είναι η ίδια. Πρόκειται για τα φορολογικά και όχι τα λογιστικά κέρδη που προκύπτουν από την εμπορική και βιομηχανική δραστηριότητα κάθε προσώπου. Άλλωστε, δεδομένου ότι οι ενώσεις με οικονομική δραστηριότητα λαμβάνουν συνεχώς διαφορετικές μορφές, τα εθνικά αυτά κράτη -υπό την καταλυτική επίδραση των επιταγών των ενωσιακών πολιτικών- υιοθετούν στην νομοθεσία τους την έννοια «νομική οντότητα» και όχι μόνο την έννοια «νομικό πρόσωπο». Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η φορολογία εισοδήματος των ενώσεων με οικονομική δραστηριότητα που ακόμα και αν δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα κατά το δίκαιο του ενός ή του άλλου κράτους αποκομίζουν κέρδη φορολογητέα με την νομοθεσία περί εταιρικού εισοδήματος.
Άλλωστε, η προβληματική περί φορολόγησης των νομικών οντοτήτων συνδέεται άρρηκτα με την προβληματική περί αναγνώρισης των νομικών προσώπων. Στα πλαίσια του φορολογικού δικαίου, υιοθετείται μία ευέλικτη λύση υποδεικνυόμενη από το σύστημα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου προκειμένου να μην καταστρατηγείται η εθνική φορολογική νομοθεσία των δύο προαναφερθέντων εθνικών κρατών με βάση το ζήτημα εάν ορισμένο πρόσωπο διαθέτει νομική προσωπικότητα ή όχι. Εν τέλει, βασικός στόχος της ένταξης του όρου αυτού στην ελληνική και βρετανική νομοθεσία είναι η φορολογητέα ύλη να διαλαμβάνεται με τον κατάλληλο τρόπο και η φορολόγηση των επιχειρηματικών ενώσεων να γίνεται με τρόπο αποτελεσματικό και δίκαιο.
Επιπροσθέτως, οι νομοθετικές μεταβολές στη νομοθεσία της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου επέβαλαν τη φορολόγηση των κερδών των νομικών προσώπων σε ετήσια βάση. Με άλλα λόγια, οι νομικές οντότητες δύνανται να επιλέξουν ως χρήση για τη σύνταξη των οικονομικών τους καταστάσεων διάστημα δώδεκα μηνών και όχι μεγαλύτερο. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ο φορολογικός έλεγχος των νομικών οντοτήτων με βάση οικονομικές καταστάσεις συγκεκριμένου εύλογου χρονικού διαστήματος και όχι ενός ευρύτερου χρονικού πλαισίου, κατά το οποίο επέρχονταν συχνά νομοθετικές αλλαγές.
Επιπροσθέτως, αναφορικά με τα ζητήματα των φορολογικών στρεβλώσεων τα κράτη μέλη έσπευσαν να ενσωματώσουν στο εθνικό τους δίκαιο την Οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 αναφορικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας. Με τον τρόπο αυτό, τα κράτη μέλη συνεργάζονται για τη διαμόρφωση ενός χώρου δικαιοσύνης και ασφάλειας όπου τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα θα αναπτύσσουν την επιχειρηματικής τους δράση αναλαμβάνοντας τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Έτσι, έπειτα από την υιοθέτηση της συγκεκριμένης Οδηγίας, το ζήτημα των ενδοομιλικών συναλλαγών αντιμετωπίζεται με τρόπο κοινό και από τα δύο κράτη με αποτέλεσμα αφενός την αποφυγή διπλής φορολόγησης και αφετέρου την καταπολέμηση της φορολογικής απάτης και της φοροαποφυγής, ήτοι δύο παγκόσμιων προβλημάτων.
Έπειτα από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι δύο χώρες υιοθετούν έναν όμοιο –κατά τους βασικούς άξονές του- τρόπο φορολόγησης των νομικών οντοτήτων που δραστηριοποιούνται στην επικράτειά τους. Οι ομοιότητες αυτές δικαιολογούνται από το γεγονός ότι τα δύο κράτη είναι μέλη της Ένωσης, ήτοι ορισμένης έννομης τάξης, καθώς και από τις δικαιικές προτεραιότητες που θέτουν, ήτοι την επίτευξη της ασφάλειας δικαίου και της φορολογικής δικαιοσύνης. Εξάλλου, η διαμόρφωση όμοιων συστημάτων φορολόγησης συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση για την ενίσχυση των διεθνών συναλλαγών και ιδίως των συναλλαγών εντός του ενωσιακού χώρου. Ως εκ τούτου, οι δικαιικές προτεραιότητες και οι ενωσιακές πολιτικές επιδράσεις καθιστούν εύλογες -αν όχι αναμενόμενες- τις ομοιότητες ανάμεσα στη νομοθεσία των δύο κρατών περί φορολόγησης του εισοδήματος νομικών προσώπων.
Σαφώς, τα φορολογικά συστήματα δύο κρατών όπου επικρατούν διαφορετικές κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες, δεν θα μπορούσαν να μην παρουσιάζουν διαφορές. Οι διαφορές αυτές εντοπίζονται κυρίως στο ύψος του επιβαλλόμενου φόρου. Ειδικότερα, το Ηνωμένο Βασίλειο επιλέγει έναν πιο χαμηλό συντελεστή φορολόγησης του εταιρικού εισοδήματος ενώ ταυτόχρονα προβλέπει φοροαπαλλαγές για τις εξωχώριες νομικές οντότητες που αναπτύσσουν οικονομική δράση στο εδαφός του. Η επιλογή αυτή αντανακλά την πολιτική προτεραιότητα του Ηνωμένου Βασιλείου για προσέλκυση επενδύσεων στο έδαφός του και την αποκόμιση φόρων βάσει όχι μίας εξαντλητικής για τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα νομοθεσίας αλλά βάσει των υψηλότερων κερδών που τα τελευταία εν τέλει θα αποκομίζουν και στη συνέχεια θα φορολογούνται. Με άλλα λόγια, το Ηνωμένο Βασίλειο έπειτα από την αναμόρφωση της φορολογικής του νομοθεσίας το έτος 2009, με την Corporation Tax Act 2009, επιδιώκει την προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων στο έδαφός του και κατ’ επέκταση την αποκόμιση υψηλότερων ποσών φόρου.
Από την άλλη μεριά, η Ελλάδα, προβαίνοντας στην ριζική αναμόρφωση της φορολογίας της εν μέσω πολιτικών ανακατατάξεων και οικονομικής κρίσης, υιοθέτησε έναν υψηλότερο δείκτη φόρου προκειμένου να αυξήσει τα δημοσιονομικά της έσοδα. Υπό τις συνθήκες αυτές επέλεξε ως βασικό συντελεστή φόρου τον δείκτη είκοσι έξι τοις εκατό (26%) ενώ περιόρισε τις φοροαπαλλαγές των εγχώριων νομικών οντοτήτων. Φυσικά, προβλέφθηκαν φοροαπαλλαγές για τις ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο έδαφός της ενώ συνάπτοντας πλήθος διμερών συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας επιδιώκει την διεύρυνση των οικονομικών δραστηριοτήτων των δραστηριοποιούμενων στο έδαφός της προσώπων.
Ακόμη, τα δύο κράτη επιλέγουν ως χρονικό ορίζοντα του φορολογικού τους έτους διαφορετική ημερομηνία. Ειδικότερα, ενώ η Ελλάδα ταυτίζει το φορολογικό έτος με το ημερολογιακό έτος, το Ηνωμένο Βασίλειο λόγω πολιτισμικών αιτιών επιλέγει βέβαια το διάστημα των δώδεκα μηνών ως λογιστική περίοδο, εντούτοις, επιλέγει την περίοδο από 1η Απριλίου έως 31 Μαρτίου ως φορολογικό έτος.
Ταυτόχρονα, στο ζήτημα των ενδοομιλικών συναλλαγών επιλέγονται διαφορετικά ποσοστά συμμετοχής προκειμένου δύο επιχειρήσεις να χαρακτηριστούν ως συνδεδεμένες. Αυτό συμβαίνει λόγω των διαφορετικών οικονομικών συνθηκών και των οικονομικών δυνατοτήτων των νομικών οντοτήτων των δύο κρατών.
Εντούτοις, αυτό που οφείλουμε να υπογραμμίσουμε είναι ότι αν και οι αριθμητικοί δείκτες των δύο χωρών στα ζητήματα φορολόγησης του εισοδήματος των νομικών οντοτήτων είναι διαφορετικοί, γεγονός που οφείλεται στις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες κάθε κράτους, ουσιαστικά ο τρόπος φορολόγησης και κατ’ επέκταση το φορολογικό σύστημα των δύο χωρών είναι παρεμφερές.
Σαφώς, στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί η σπουδαία επίδραση του συγκριτικού δικαίου ως προς την υιοθέτηση κοινών δικαιικών επιλογών ανάμεσα στα δύο κράτη μέλη της Ένωσης. Πιο αναλυτικά, δεδομένου ότι οι σύγχρονες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις καθιστούν αναγκαίες τις παγκοσμιοποιημένες συναλλαγές υιοθετήθηκαν κοινές λύσεις φορολόγησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας με στόχο τη διευκόλυνση και την αύξηση των οικονομικών και εμπορικών συναλλαγών. Υπό τις ίδιες συνθήκες, έχουν ληφθεί σε ενωσιακό καθώς και διεθνές επίπεδο μέτρα για την αντιμετώπιση της φορολογικής απάτης.
Φυσικά, οι κοινές αυτές λύσεις δεν οδηγούν εν τέλει στη διαμόρφωση μίας ολοκληρωτικής ενοποιήσεως των φορολογικών δικαίων των κρατών αλλά οδηγούν στην εναρμόνιση τους με τις ενωσιακές πολιτικές προτεραιότητες έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη διαμόρφωση ενός ενιαίου χώρου συναλλαγών και στην μέριμνα για τις κατ’ιδίαν ανάγκες των εθνικών κρατών και των πολιτών τους.
            Συμπερασματικά, τα δύο αυτά φορολογικά συστήματα παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες αλλά και σημαίνουσες διαφορές. Ακριβώς αυτές οι διαφορές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την υιοθέτηση μέτρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης αλλά και της καταπολέμησης των φορολογικών στρεβλώσεων. Μάλιστα, το Δικαστήριο της Ένωσης με τη νομολογία του περί θεμάτων συμβατότητας των εθνικών επιλογών με τις ενωσιακές αρχές αναμένεται να εντοπίσει τις προαναφερθείσες ισορροπίες ώστε η επιθυμία για οικονομική ανάπτυξη και πολιτική ενοποίηση να μην οδηγήσει σε μία ισοπεδωτική και εξαντλητική για τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα ενοποίηση φορολογικών συστημάτων. Έτσι, ο διάλογος του Δικαστηρίου της Ένωσης με τα εθνικά δικαστήρια αναμένεται να αποβεί καθοριστικός για τη διευθέτηση διφορούμενων θεμάτων του φορολογικού δικαίου.




Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

«Bail in» υπό την πίεση της εφαρμογής της ευρωπαϊκής Οδηγίας

Ο νεοεισαχθείσας προς ψήφιση στη Βουλή νόμος 4334/2015 δε θα μπορούσε παρά να περιέχει και διατάξεις για την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την εξυγίανση των τραπεζών. Ειδικότερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν άργησε να καταστεί μία άμεση και έντονη απειλή για την ενωσιακή έννομη τάξη. Ως εκ τούτου, ο θεματοφύλακας των συνθηκών έστρεψε την προσοχή μεταξύ άλλων και στην ανάκαμψη και εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων που δρουν εντός του ενωσιακού χώρου εκδίδοντας σχετική Οδηγία, ευρέως γνωστή ως BRRD.
Πιο αναλυτικά, η Banking Recovery and Resolution Directive συνιστά ένα νομικό κείμενο, το οποίο θέτει ως βασικό σκοπό την καθιέρωση ενός ενιαίου πλαισίου για όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης. Έτσι, επιδιώκεται σαφώς η διαχείριση των προβληματικών τραπεζών στον ενωσιακό χώρο με τρόπο αποτελεσματικό και άμεσο.
Επιπροσθέτως, εξετάζοντας συστηματικά την εν λόγω Οδηγία παρατηρείται ότι η τελευταία απαρτίζεται από δύο σκέλη. Στο πρώτο σκέλος, περιλαμβάνονται μέτρα για την ανάκαμψη ορισμένης τράπεζας έτσι ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη αναφορικά με την βιωσιμότητα της.
Στο δεύτερο σκέλος, γίνεται χρήση του όρου «εξυγίανση» περιγράφοντας ουσιαστικά την εκκαθάριση μίας τράπεζας ή επιχείρησης επενδύσεων. Με άλλα λόγια, όταν συγκεκριμένη τράπεζα φτάσει σε σημείο που δεν είναι πλέον βιώσιμη, προβλέπεται ένας τακτικός και μεθοδικός τρόπος έτσι ώστε όχι μόνο να εξυγιανθεί αλλά και να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι οικονομικές απώλειες και ο μεταδοτικός κίνδυνος αποδιοργάνωσης.
Φυσικά, η υπό κρίση Οδηγία σχετίζεται άμεσα με τα ελληνικά δεδομένα. Διότι, καθώς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει κριθεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση κινδύνου, η Οδηγία προβλέπει μέτρα για να αντιστρέψει την κατάσταση αυτή (distress). Ακόμα, όμως, και εάν κάτι τέτοιο αποβεί μάταιο, η Οδηγία ορίζει τη διαδικασία μεθοδικής εκκαθάρισης των ελληνικών τραπεζικών ιδρυμάτων περιορίζοντας τις αρνητικές συνέπειες για τον ελληνικό οικονομικό χώρο και τον κίνδυνο μετάδοσης στον ενωσιακό χώρο.
Συνοπτικά, η υπό ανάλυση Οδηγία εστιάζει στον τρόπο εξυγίανσης των τραπεζικών και επενδυτικών ιδρυμάτων θέτοντας δύο κεντρικούς γνώμονες. Αφενός, προβλέπει πώς μπορεί να αποτραπεί μία κρίση και αφετέρου πώς δύναται να γίνει ορθή και μεθοδική διαχείριση αυτής σε περίπτωση που επέλθει. Μάλιστα, στο κείμενο της Οδηγίας αυτής συναντούμε τον τεχνικό οικονομικό όρο: «bail in», ήτοι έναν όρο με διττό περιεχόμενο. Μεταφραζόμενος στα ελληνικά ως «κούρεμα» συνιστά ένα εργαλείο και ταυτόχρονα μία συνέπεια της BRRD προβλέποντας ότι όταν μία τράπεζα αντιμετωπίζει δυσκολίες πρέπει να χρησιμοποιήσει χρήματα των μετόχων της για να διασωθεί προτού στραφεί στα χρήματα των φορολογουμένων.

Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το προαναφερθέν εργαλείο και τον τρόπο λειτουργίας αυτού μη διστάσετε να απευθυνθείτε στα έμπειρα και καταρτισμένα στελέχη της ADVANCED CONSULTANTS S.A. Οι σύμβουλοί μας θα σας παράσχουν κάθε ζητούμενη πληροφορία και θα σας επιλύσουν κάθε απορία που σχετίζεται με το συγκεκριμένο θέμα και την επίπτωσή του στα δικά σας οικονομικά δεδομένα.