Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Η φορολογική αντιμετώπιση των εταιρειών υπό το πρίσμα της ευρωπαϊκής νομοθετικής πολιτικής

  

Στο χώρο της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας ταυτόχρονα με τα φυσικά πρόσωπα συνυπάρχουν και δραστηριοποιούνται τα νομικά πρόσωπα. Η ιδιαίτερα εμφανής παρουσία των τελευταίων στον τομέα των οικονομικών συναλλαγών με στοιχεία διεθνικότητας είχε ως αποτέλεσμα την επίμονη και ίσως επίπονη ενασχόληση  του νομοθέτη για τη διαμόρφωση του κατάλληλου νομικού πλαισίου ώστε όχι μόνο τα πρόσωπα αυτά να διευρύνουν την οικονομική τους δράση αλλά να παρέχεται παράλληλα και η μέγιστη δυνατή προστασία στους εκάστοτε ασθενέστερους συναλλασσόμενους.
 Στη διαμόρφωση του εν λόγω νομοθετικού πλαισίου συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό τόσο οι διεθνείς δεσμεύσεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και η νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων -πλέον Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης-. Πιο συγκεκριμένα, ενώ βάσει των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων τα κράτη μέλη συνάπτουν διμερείς ή πολυμερείς συνθήκες φιλίας, εμπορίου και ναυτιλίας με άλλα κράτη,  ο ενωσιακός νομοθέτης λαμβάνει μέτρα για την φορολογική εξυγίανση των νομικών προσώπων με πραγματική δράση εντός της Ένωσης. Ο συγκερασμός της συμβατικής αυτονομίας των κρατών μελών με τις υποχρεώσεις τους που προκύπτουν από την «ιδιότητά» τους ως μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ως αποτέλεσμα μία ενδιαφέρουσα τροπή της ευρωπαϊκής φορολογικής νομοθεσίας.
Πιο αναλυτικά, η πρόσφατη εκδοθείσα Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης αποκαλύπτει το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την φορολογική επίβλεψη των εταιρειών που αν και έχουν την πραγματική τους έδρα εντός της εδαφικής κυριαρχίας της, εντούτοις επιλέγουν ως καταστατική έδρα μία τρίτη χώρα. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη Οδηγία τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν τα αναγκαία μέτρα έτσι ώστε εταιρείες που έχουν την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους στο έδαφός τους αλλά την καταστατική τους έδρα σε τρίτη χώρα να φορολογούνται βάσει των φορολογικών νόμων των κρατών μελών. Προβλέπεται, λοιπόν, για πρώτη φορά στα πλαίσια της ευρωπαϊκής φορολογικής πολιτικής μία ρήτρα άρσης του νομικού πέπλου των εταιρειών ώστε οι τελευταίες να φορολογούνται στο κράτος όπου πράγματι δραστηριοποιούνται.
Βέβαια, στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι γίνεται διάκριση ανάμεσα στις εταιρείες που έχουν καταστατική και πραγματική έδρα σε κάποιο κράτος μέλος του ενωσιακού χώρου και σε αυτές που αν και έχουν πραγματική έδρα εντός της Ένωσης, έχουν επιλέξει ως καταστατική έδρα το έδαφος τρίτου κράτους. Με άλλα λόγια, για την  υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων, αγαθών και κεφαλαίων, οι εταιρείες που έχουν πραγματική και καταστατική έδρα εντός των ορίων της ενωσιακής έννομης τάξης είναι υποκείμενες στους φορολογικούς νόμους του κράτους όπου έχουν την καταστατική τους έδρα. Αντίθετα, σε όσες εταιρείες έχουν επιλέξει ως καταστατική έδρα τρίτη χώρα αλλά η κεντρική διοίκηση ή η κύρια εγκατάστασή τους εντοπίζεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία καλεί τα μέλη της να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να μην παρακάμπτονται οι φορολογικοί της κανόνες.
Φυσικά, τα κράτη μέλη δεν έχουν προχωρήσει ακόμα στην εναρμόνιση των εσωτερικών τους νομοθεσιών με την υπό κρίση Οδηγία. Ωστόσο, η νομοθετική δραστηριότητα των μηχανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η νομολογιακή ερμηνεία των Ευρωπαϊκών Κανονισμών παρουσιάζουν εναργώς την τάση φορολογικής επίβλεψης και ίσως «ενωσιακού παρεμβατισμού» πλέον όχι μόνο στα φυσικά αλλά κυρίως στα νομικά πρόσωπα. Η υλοποίηση της τάσης αυτής και τα αποτελέσματα που θα έχει στον τομέα των επενδύσεων και των οικονομικών είναι ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει έντονες ανησυχίες. Εν τέλει, το πού ακριβώς θα «σταθεί η μπίλια» για την εξισορρόπηση αφενός της ανάγκης  για φορολογικό εξορθολογισμό των εταιρειών με πραγματική έδρα εντός της Ένωσης και αφετέρου της επιθυμίας για απρόσκοπτη επενδυτική επέκταση των εταιρειών θα κριθεί μάλλον σε πρακτικό επίπεδο στο προσεχές μέλλον.

Ολοκληρώνοντας, η πολυδιάστατη φύση των ζητημάτων των νομικών προσώπων –ιδίως των εταιρειών- και οι ανάγκες που η ύπαρξή τους καλύπτει δεν θα μπορούσε παρά να καθιστά επιτακτική την υιοθέτηση ενός ευέλικτου συστήματος κανόνων, οι οποίοι θα επιτρέπουν στα νομικά αυτά πρόσωπα να εκπληρώνουν με αποτελεσματικότητα το σκοπό τους όχι μόνο στον εσωτερικό ενωσιακό χώρο αλλά και στο διεθνή. Αυτή ακριβώς η ανάγκη ενδέχεται θα ωθήσει τελικά τον εθνικό Νομοθέτη αλλά και τον ενωσιακό Δικαστή να προβεί στην προώθηση ενός δυαδικού συστήματος κανόνων συγκρούσεως κατά το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις θα προάγεται η εφαρμογή του δικαίου της πραγματικής έδρας και σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις η εφαρμογή του δικαίου της καταστατικής έδρας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου